Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Δυσκολίες πολιτευομένου

Φώναξε τι να φωνάξω;
Χορτάρι η κάθε σάρκα: συμπεριλαμβανόμενων
των Εταίρων του Λουτρού, των Ιπποτών της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, των Ιπποτών,
ω Ιππότες! της Λεγεώνος της Τιμής,
του Τάγματος του Μέλανος Αετού (α' και β' τάξεως),
και του Τάγματος του Ανατέλλοντος Ηλίου.
Φώναξε φώναξε τι να φωνάξω;
Εκείνο που πρέπει να γίνει πρώτα είναι να σχηματιστούν οι επιτροπές:
Τα γνωμοδοτικά συμβούλια, διαρκείς επιτροπές, ειδικές επιτροπές και υποεπιτροπές.
Ένας γραμματέας φτάνει για πολλές επιτροπές.
Τι να φωνάξω;
Ο Άρθουρ Έντουαρ Κύριλ Πάρκερ διορίστηκε τηλεφωνητής
με μισθό μιάμιση λίρα τη βδομάδα που με πέντε σελίνια ετήσια αύξηση
γίνεται δυόμισι λίρες τη βδομάδα·
κι ένα επίδομα τριάντα σελίνια τα Χριστούγεννα
και μια βδομάδα το χρόνο άδεια.
Μια επιτροπή έχει διοριστεί για να υποδείξει ένα συμβούλιο μηχανικών
να εξετάσει την Ύδρευση.
Μια επιτροπή έχει διοριστεί
για τα Δημόσια Έργα, πρωτίστως για την ανοικοδόμηση των οχυρωματικών.
Μια επιτροπή έχει διοριστεί να διαπραγματευτεί με μια Βολσκιανή επιτροπή
την αιωνία ειρήνη· οι βιομήχανοι βελών και ακοντίων κι οι σιδηρουργοί
όρισαν μια μικτή επιτροπή να διαμαρτυρηθεί για τη μείωση των παραγγελιών.
Ωστόσο οι φύλακες στα σύνορα παίζουνε ζάρια
και στους βάλτους (ω Μαντοβάνε) κοάζουν τα βατράχια.
Πυγολαμπίδες λάμπουν πάνω στις ανήμπορες απανωτές αστραπές της νύχτας του Ιουλίου.
Τι να φωνάξω;
Μάνα μάνα
να τα οικογενειακά πορτρέτα γραμμή, σκούρες προτομές, όλες μ’ ένα ύφος αξιοπρόσεχτα ρωμαϊκό,
όλες αξιοπρόσεχτα ίδιες φωτισμένες διαδοχικά από την ανταύγεια
ενός ιδρωμένου λαμπαδοφόρου, που χασμουριέται.
Ω, χωμένοι κάτω από... Χωμένοι κάτω από... Εκεί που το πόδι του περιστεριού πάτησε με μια σύσπαση μια στιγμή,
μια ακίνητη στιγμή, μεσημερνή ανάπαυλα, βολεμένη κάτω από τα ψηλότερα κλωνάρια του πλατύτερου δέντρου του μεσημεριού
κάτω από τα φτερά του στήθους που έπαιξαν με τ’ αγεράκι τ’ απογεματινό
η κυκλαμιά εκεί πέρα ανοίγει τα φτερούγια, εκεί τ’ αγιόκλημα σκύβει στ’ ανώφλι.
Ω μάνα (όχι κάποια προτομή από τούτες με την επιγραφή της την αξιοπρεπή)
εγώ ένα κουρασμένο κεφάλι ανάμεσα σε τούτα τα κεφάλια
γεροί τράχηλοι για να τα βαστάζουν
γερές μύτες για να σκίζουν τον άνεμο μάνα Μάνα
δε θα μπορούσαμε κάποτε, ίσως τώρα, να ήμασταν μαζί,
αν οι θυσίες, παιδεμοί, ασκητισμοί, εξιλασμοί
έχουν τώρα τηρηθεί
δε θα μπορούσαμε τάχα να ήμασταν
ω χωμένοι
χωμένοι μέσα στη γαλήνη του μεσημεριού, μέσα στη σιωπή της νύχτας που κοάζει.
Έλα με το φτερούγισμα της μικρής νυχτερίδας, με το φτωχό λαμπύρισμα της πυγολαμπίδας ή κωλοφωτιάς,
«πετώντας, πέφτοντας, στεφανωμένα σκόνη», τα μικρά πλάσματα,
τα μικρά πλάσματα τσιρίζουν αχαμνά μέσα στη σκόνη, μέσα στη νύχτα.
Ω μάνα
τι να φωνάξω;
Απαιτούμεν μίαν επιτροπήν, μίαν αντιπροσωπευτικήν επιτροπήν, μίαν επιτροπήν
ελέγχου
Παραίτησις!Παραίτησις! Παραίτησις! 

T. Eliot 

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Αυτό που πείθει

Παρακαλώ προσέξετε τα χείλη μου: απ' αυτά εξαρτάται ο κόσμος.
Από τις συσχετίσεις που τολμούν και από τις απαράδεκτες 
παρομοιώσεις όπως όταν ένα βράδυ που μυρίζει ωραία 
ρίχνουμε τον ξυλοκόπο της Σελήνης χάμου 
εκείνος μας δωροδοκεί με λίγο γιασεμί κι εμείς συγκατανεύουμε...
Αυτό που πείθει διατείνομαι είναι σαν τη χημική ουσία που αλλοιώνει.
"Ας είναι ωραίο το μάγουλο ενός κοριτσιού 
όλοι μας με φαγωμένα μούτρα θα γυρίσουμε κάποτε απ' τ' 'Αληθοτόπια.
Παιδιά πως δεν ξέρω να το εξηγήσω 
αλλά είναι ανάγκη να υποκατασταθούμε στους παλαιούς Ληστές. 
Να στέλνουμε το χέρι μας και να πηγαίνει
Πάτε κρατώντας τυλιγμένη με φύλλα των Βαγιώ 
τη δύστυχη και μελανειμονούσα Υδρόγειο
Και μες στην μπόχα γίνεστε του ανθρώπινου υδροθείου 
τα εθελοντικά πειραματόζωα του Θείου.
'Από τον Θεό τραβιέται ο άνθρωπος 
όπως ο καρχαρίας από το αίμα.

Ο. Ελύτης

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Τι είπε η βροντή (απόσπασμα)

Μετά το άλικο φως των δαυλών σε κάθιδρα πρόσωπα
Μετά την παγερή σιωπή των κήπων
Μετά την αγωνία των απολιθωμένων
Οι κραυγές και οι ολολυγμοί
Φυλακή και ανάκτορο και αντήχηση
Ανοιξιάτικης βροντής πάνω απ' τα όρη πέρα
Αυτός που ζούσε κάποτε είναι τώρα νεκρός 
Εμείς που ζούσαμε κάποτε πεθαίνουμε τώρα 
Με λίγη υπομονή
Δεν έχει εδώ νερό παρά μονάχα βράχια
Βράχια κι ούτε στάλα νερό κι η σκόνη του δρόμου
Ο δρόμος φιδοσέρνοντας ψηλά μες στα βουνά
Που είναι βουνά της πέτρας δίχως νερό
Αν είχε εδώ νερό θα σταματούσαμε να πιούμε
Πως να σταθείς μέσα στους βράχους η πως να σκεφτείς
Στεγνός ο ιδρώτας και τα πόδια βουλιαγμένα στην άμμο
Αν ήτανε τουλάχιστον νερό μεσ' απ' την πέτρα 
Με σάπια δόντια στόμα του βουνού ανήμπορο να φτύσει
Κανένας δεν μπορεί να μείνει εδώ να γείρει η να καθήσει 
Ούτε η σιγή δεν ζει μες στα βουνά 
Μόνον η στέρφα η ατσάλινη βροντή χωρίς βροχή 
Κι η ερημιά ούτε κι αυτή δεν είναι στα βουνά
Πρόσωπα μόνο κόκκινα σαρκάζουν και γρυλίζουν βλοσυρά
Σε πόρτες φτωχικών σπιτιών από πηλό σπασμένο

T. Eliot

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Ελιγμός

Στα μαβιά κρόσσια της οδύνης 
Στ' αγάλματα της αγωνίας 
Στις υγρές σιωπές 
Υπάρχει ένα πρόσωπο 
Τόσο πολύ βγαλμένο από τα δάκρυα 
Τόσο ακατανόητο 
Τόσο ζεστό στο χέρι που του γνέφει 
Εν' άλλο πρόσωπο 
Μια οπτασία με πυρσούς που σχίζει την ερήμωση 
Καβάλα η νύχτα στις οροσειρές της 
Με άστρα σαν νοήματα που σφεντονίστηκαν 
Άλλοτε απ' την παιδική τους ηλικία 
Και δίνουνε το κατευόδιο της ζωής 
Επάνω στις ανηφοριές του οίκτου.

Υπάρχει
Μια τρυφερή καμπύλη που χρωστά στον πόνο 
Την περιπέτεια της φωτοχυσίας της 
Ένας φακός που ενώνει τ' αμαρτήματα 
Σαν ύπτια σπλάχνα που 'ριξεν η τύχη 
Εκεί
Ένας καλός απ' τη σκιά που τον μαγεύει τοίχος 
Κάνει γωνία πριν από το κλάμα 
Ύστερα φτάνουν οι κορμοστασιές του ολέθρου 
Δέντρα με μόνη επίπλωση τα δάχτυλά τους 
Με μόνη πίστη την ξεριζωμένη τους λαλιά 
Είναι καλό να μη μιλάν εκείνοι που έζησαν 
Οι άλλοι βαστούν στα χέρια οιμωγές 
Τρέχοντας πέρα σαν αβάφτιστες φτερούγες

Έζησαν
Ένα πηγάδι ανοίγει φόβους έπειτ' από καθ' ελπίδα του 
Γιατί να τρέμει αυτό το σύρμα 
Τούτο το πουλί ποιο βλέμμα να τροφοδοτεί 
Τι θέλουμε
Υπάρχει

“Ένα σβησμένο πρόσωπο σε κάθε αυλαία λήθης.

Ο. Ελύτης 

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2025

Διάττων αστήρ

Στην άκρη-άκρη εκεί που ανεμίζει λευκό μαντήλι
Στο μαύρο βάθος που τελειώνει ο κόσμος
Μπροστά στα μάτια μας ένα μικρό στερέωμα
Όλα όσα δεν βλέπουμε
Ούτε ποιός είναι αυτός που περνάει
Ο ήλιος δίνει λίγη φωτιά
Κάποιο πεφταστέρι λάμπει
Και όλα πέφτουν
Ο ουρανός γεμίζει ζάρες
Τα χέρια ανοίγουν
Και τίποτα δεν έρχεται
Μια καρδιά χτυπάει ακόμα στο κενό
Επώδυνος αναστεναγμός εξαντλείται
Στις πτυχές της κουρτίνας σηκώνεται η μέρα

P. Reverdy

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

Κυβιστική ανάλυση

Φρενιασμένος για τα ενδόμυχα
κι ωστόσο δεν επωμίζομαι ούτε λέξη
η ψυχή σας άλλωστε δε δείχνει φτερούγισμα
γύμνια θεοτική θα ρητορέψω
καταναλίσκοντας ερμηνείες κι αντίδια της πατρίδας μου
χορταρικό της άρρωστης μάνας μου
με μπόλικο λάδι
με τυρί και νερό παγωμένο στους μονότονους ήλιους.
Πολιορκήθηκα από φτηνή διασημότητα ίσως /ή όχι;/
αισθάνομαι έτσι κι αυτό μου φτάνει
στερήσεις λαμπερές μου η στράτευση στο Απόλυτο 
δεν είμαι κανένας ενσυνείδητος
διαστέλλω την Άνοιξη προς τη θλίψη με τη θέλησή της
αχ πόσο λυπήθηκα αύριο που δεν έγινα συνθέτης και εγώ
νά ’γραφα άναυδες κυκλοθυμικές σελίδες
τόσο τη μίσησα τη μηχανή τα χημικά μαστιγώματα
η πλάτη μου τά ’χει καλά με την κακοκαιρία.
Μιλώντας ελληνικά προς όλες τις κατευθύνσεις
ανακαλύπτομαι ολοένα μέσα απ’ τα φωτοστέφανα όντας
ο πιο μεγάλος απερίσκεπτος μιας δικής μου Παταγονίας
κρύο τεράστιο να σου πέφτει η μύτη
δεν υπάρχω όμως ωσάν τροχός που υποφέρει τους κύκλους –
εξοργίστηκα τώρα.

Ν. Καρούζος 

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

Πελώριος και κόκκινος

Πελώριος και κόκκινος
Πάνω από το Γκραν Παλαί
Ο χειμωνιάτικος ήλιος εμφανίζεται
Κι εξαφανίζεται
Σαν κι αυτόν η καρδιά μου θα εξαφανιστεί
Και όλο μου το αίμα θα φύγει
Θα φύγει να σε ψάξει
Αγάπη μου
Ομορφιά μου
Και να σε βρει
Εκεί όπου βρίσκεσαι.

J. Prevert

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025

Όνειρο μέσα σε όνειρο

Δέξου ετούτο το φιλί στο μέτωπο σου!
Και τώρα που χωρίζουμε,

Άφησε με να σου πω–
Ότι οι μέρες μου εκύλησαν μέσα στ’ όνειρο
Είναι αλήθεια, όπως το ’λεγες
Αν όμως, η ελπίδα πέταξε
Μες σε μιά νύχτα ή σε μιά μέρα,
Μες σ’ ένα όραμα ή μες στο τίποτα,
Είναι γι’ αυτο λιγότερο χαμένη;
Όλα όσα βλέπουμε ή ό,τι φαινόμαστε
Όνειρο είναι μοναχά μέσα σε όνειρο.

Στέκομαι ανάμεσα στο βογγητό
Μιάς θαλασσοδάρτης ακτής,
Και μες στα χέρια μου κρατώ
κόκκους χρυσούς της άμμου-
Πόσο λίγοι! Κι όμως πως γλιστράνε
Από τα δάχτυλα μου και βαθιά πάνε,
Καθώς θρηνώ – καθώς θρηνώ!
Θεέ μου! Μήπως θα μπορούσα
Μέσα στο χέρι πιο σφιχτά να τους κρατούσα;
Θεέ μου! Πώς θα κατορθώσω
Μόνο ένα απ’ το ανίλεο κύμα να γλιτώσω;
Όλα όσα βλέπουμε ή ό,τι φαινόμαστε
Όνειρο είναι μοναχά μέσα σε όνειρο;

E. Allan Poe

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2025

Αν μείνουνε τα πράγματα ως έχουν

Μα είστε χαμένοι,
αν μείνουνε τα πράγματα ως έχουν.
Φίλος σας είναι η αλλαγή
και σύμμαχός σας η αντίφαση.
Απ’ το μηδέν κάτι πρέπει να κάνετε.
Κι οι κραταιοί όμως μηδαμινοί να γίνουν.
Διώξτε αυτό που έχετε
και κάνετε δικό σας
αυτό που σας αρνήθηκαν.

B. Brecht

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2025

Τραγούδι του ανοιχτού δρόμου

Η γη να επεκτείνεται δεξιά και αριστερά,
H εικόνα ζωντανή, καθένα μέρος στο καλύτερο του φως,
Η μουσική να εισρέει εκεί όπου είναι ποθητή, και να σταματάει εκεί όπου δεν είναι,
Η εύθυμη φωνή του δημόσιου δρόμου, το ζωηρό φρέσκο συναίσθημα του δρόμου.  

Ω αυτοκινητόδρομε που ταξιδεύω, μου λες εσύ Μην με αφήσεις;
Λες Μην εξορμάς —αν με αφήσεις έχεις χαθεί;   
Λες Είμαι ετοιμασμένος ήδη, είμαι καλά περπατημένος και μη απαρνημένος, τήρησέ με;

Ω δημόσιε δρόμε, εγώ απαντώ δεν φοβάμαι να σ' αφήσω, όμως σε αγαπώ,
Με εκφράζεις καλύτερα απ’ ό,τι μπορώ να εκφράσω τον εαυτό μου,
Θα ‘σαι για μένα πιο πολλά από το ποίημά μου.

Σκέφτομαι οι γενναίες πράξεις έχουνε όλες συλληφθεί στον ανοιχτό αέρα, και όλα τα ελεύθερα ποιήματα επίσης,
Σκέφτομαι θα μπορούσα κι εγώ ο ίδιος να σταματήσω εδώ και θαύματα να κάνω,
Σκέφτομαι καθετί που θα συναντήσω στον δρόμο θα μου αρέσει, και σε όποιον με αντικρίσει θα αρέσω,
Σκέφτομαι όποιος βλέπω θα πρέπει να ‘ναι ευτυχισμένος. 

W. Whitman

Τρίτη 11 Μαρτίου 2025

Σταυροδρόμι

Να σταματάς μπροστά στον ήλιο
Ύστερ' από την πτώση ή από το ξύπνημα
Ν' αφήνεις το θώρακα του χρόνου
Ν' αναπαύεσαι πάνω σ' ένα λευκό σύννεφο
Και να πίνεις στο διάφανο κρύσταλλο
Αέρα
Φως
Μι' αχτίδα στην άκρη του ποτηριού
Το πλανεμένο χέρι μου τίποτα δεν αδράχνει
Επί τέλους ολομόναχος θάχω ζήσει
Ίσαμε το τελευταίο πρωί

Χωρίς μια λέξη να μου έχει δείξει ποιος ήταν ο καλός δρόμος

P. Reverdy 

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2025

Δεν υπάρχει λήθη

Αν με ρωτάτε πού έχω βρεθεί
πρέπει να πω "Συμβαίνει".
Πρέπει να μιλήσω για το χώμα που το σκιάζουν οι πέτρες,
για το ποτάμι που κυλώντας γκρεμίζει τον εαυτό του:
δεν ξέρω παρά τα πράγματα που χάνουν τα πουλιά,
τη θάλασσα την αφημένη πίσω, ή την αδερφή μου χύνοντας δάκρυα.
Γιατί τόσοι τόποι, γιατί η μια μέρα
κοντά πάει με την άλλη; Γιατί μια μαύρη νύχτα
μαζεύεται στο στόμα; Γιατί νεκροί;

Αν με ρωτάτε από πού έρχομαι, πρέπει να μιλήσω με πράγματα σπασμένα,
με σκεύη υπερβολικά πικρά,
με μεγάλα θηρία συχνά που έχουν σαπίσει
και με την ταραγμένη μου καρδιά.

Δεν είναι αναμνήσεις αυτοί που συναντήσαμε
ούτε το κίτρινο περιστέρι που κοιμάται μες στη λήθη,
αλλά πρόσωπα με δάκρυα,
δάχτυλα στον λαιμό,
και αυτό που καταρρέει από τα φύλλα:
το σκοτάδι μίας μέρας περασμένης,
μίας μέρας θρεμμένης με το δικό μας λυπημένο αίμα.

Εδώ είναι βιολέτες, χελιδόνια,
όλα που μας αρέσουν κι εμφανίζονται
στις τρυφερές κάρτες της μακριάς ουράς εκείνων
όπου περπατούνε ο καιρός και η γλύκα.

Όμως μην εισχωρούμε παραπάνω εκεί με αυτά τα δόντια,
ας μη δαγκώνουμε τις φλούδες που στοιβάζει η σιωπή,
γιατί δεν ξέρω τι να απαντήσω:
υπάρχουν τόσοι νεκροί,
και τόσα θαλάσσια τείχη που κόκκινος ο ήλιος τα έσπαζε
και τόσα κεφάλια που στα πλοία κοπανάνε,
και τόσα χέρια που έχουν κλείσει μέσα τους φιλιά,
και τόσα πράγματα που θέλω να ξεχάσω.

P. Neruda