Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025

Όνειρο μέσα σε όνειρο

Δέξου ετούτο το φιλί στο μέτωπο σου!
Και τώρα που χωρίζουμε,

Άφησε με να σου πω–
Ότι οι μέρες μου εκύλησαν μέσα στ’ όνειρο
Είναι αλήθεια, όπως το ’λεγες
Αν όμως, η ελπίδα πέταξε
Μες σε μιά νύχτα ή σε μιά μέρα,
Μες σ’ ένα όραμα ή μες στο τίποτα,
Είναι γι’ αυτο λιγότερο χαμένη;
Όλα όσα βλέπουμε ή ό,τι φαινόμαστε
Όνειρο είναι μοναχά μέσα σε όνειρο.

Στέκομαι ανάμεσα στο βογγητό
Μιάς θαλασσοδάρτης ακτής,
Και μες στα χέρια μου κρατώ
κόκκους χρυσούς της άμμου-
Πόσο λίγοι! Κι όμως πως γλιστράνε
Από τα δάχτυλα μου και βαθιά πάνε,
Καθώς θρηνώ – καθώς θρηνώ!
Θεέ μου! Μήπως θα μπορούσα
Μέσα στο χέρι πιο σφιχτά να τους κρατούσα;
Θεέ μου! Πώς θα κατορθώσω
Μόνο ένα απ’ το ανίλεο κύμα να γλιτώσω;
Όλα όσα βλέπουμε ή ό,τι φαινόμαστε
Όνειρο είναι μοναχά μέσα σε όνειρο;

E. Allan Poe

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2025

Αν μείνουνε τα πράγματα ως έχουν

Μα είστε χαμένοι,
αν μείνουνε τα πράγματα ως έχουν.
Φίλος σας είναι η αλλαγή
και σύμμαχός σας η αντίφαση.
Απ’ το μηδέν κάτι πρέπει να κάνετε.
Κι οι κραταιοί όμως μηδαμινοί να γίνουν.
Διώξτε αυτό που έχετε
και κάνετε δικό σας
αυτό που σας αρνήθηκαν.

B. Brecht

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2025

Τραγούδι του ανοιχτού δρόμου

Η γη να επεκτείνεται δεξιά και αριστερά,
H εικόνα ζωντανή, καθένα μέρος στο καλύτερο του φως,
Η μουσική να εισρέει εκεί όπου είναι ποθητή, και να σταματάει εκεί όπου δεν είναι,
Η εύθυμη φωνή του δημόσιου δρόμου, το ζωηρό φρέσκο συναίσθημα του δρόμου.  

Ω αυτοκινητόδρομε που ταξιδεύω, μου λες εσύ Μην με αφήσεις;
Λες Μην εξορμάς —αν με αφήσεις έχεις χαθεί;   
Λες Είμαι ετοιμασμένος ήδη, είμαι καλά περπατημένος και μη απαρνημένος, τήρησέ με;

Ω δημόσιε δρόμε, εγώ απαντώ δεν φοβάμαι να σ' αφήσω, όμως σε αγαπώ,
Με εκφράζεις καλύτερα απ’ ό,τι μπορώ να εκφράσω τον εαυτό μου,
Θα ‘σαι για μένα πιο πολλά από το ποίημά μου.

Σκέφτομαι οι γενναίες πράξεις έχουνε όλες συλληφθεί στον ανοιχτό αέρα, και όλα τα ελεύθερα ποιήματα επίσης,
Σκέφτομαι θα μπορούσα κι εγώ ο ίδιος να σταματήσω εδώ και θαύματα να κάνω,
Σκέφτομαι καθετί που θα συναντήσω στον δρόμο θα μου αρέσει, και σε όποιον με αντικρίσει θα αρέσω,
Σκέφτομαι όποιος βλέπω θα πρέπει να ‘ναι ευτυχισμένος. 

W. Whitman

Τρίτη 11 Μαρτίου 2025

Σταυροδρόμι

Να σταματάς μπροστά στον ήλιο
Ύστερ' από την πτώση ή από το ξύπνημα
Ν' αφήνεις το θώρακα του χρόνου
Ν' αναπαύεσαι πάνω σ' ένα λευκό σύννεφο
Και να πίνεις στο διάφανο κρύσταλλο
Αέρα
Φως
Μι' αχτίδα στην άκρη του ποτηριού
Το πλανεμένο χέρι μου τίποτα δεν αδράχνει
Επί τέλους ολομόναχος θάχω ζήσει
Ίσαμε το τελευταίο πρωί

Χωρίς μια λέξη να μου έχει δείξει ποιος ήταν ο καλός δρόμος

P. Reverdy 

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2025

Δεν υπάρχει λήθη

Αν με ρωτάτε πού έχω βρεθεί
πρέπει να πω "Συμβαίνει".
Πρέπει να μιλήσω για το χώμα που το σκιάζουν οι πέτρες,
για το ποτάμι που κυλώντας γκρεμίζει τον εαυτό του:
δεν ξέρω παρά τα πράγματα που χάνουν τα πουλιά,
τη θάλασσα την αφημένη πίσω, ή την αδερφή μου χύνοντας δάκρυα.
Γιατί τόσοι τόποι, γιατί η μια μέρα
κοντά πάει με την άλλη; Γιατί μια μαύρη νύχτα
μαζεύεται στο στόμα; Γιατί νεκροί;

Αν με ρωτάτε από πού έρχομαι, πρέπει να μιλήσω με πράγματα σπασμένα,
με σκεύη υπερβολικά πικρά,
με μεγάλα θηρία συχνά που έχουν σαπίσει
και με την ταραγμένη μου καρδιά.

Δεν είναι αναμνήσεις αυτοί που συναντήσαμε
ούτε το κίτρινο περιστέρι που κοιμάται μες στη λήθη,
αλλά πρόσωπα με δάκρυα,
δάχτυλα στον λαιμό,
και αυτό που καταρρέει από τα φύλλα:
το σκοτάδι μίας μέρας περασμένης,
μίας μέρας θρεμμένης με το δικό μας λυπημένο αίμα.

Εδώ είναι βιολέτες, χελιδόνια,
όλα που μας αρέσουν κι εμφανίζονται
στις τρυφερές κάρτες της μακριάς ουράς εκείνων
όπου περπατούνε ο καιρός και η γλύκα.

Όμως μην εισχωρούμε παραπάνω εκεί με αυτά τα δόντια,
ας μη δαγκώνουμε τις φλούδες που στοιβάζει η σιωπή,
γιατί δεν ξέρω τι να απαντήσω:
υπάρχουν τόσοι νεκροί,
και τόσα θαλάσσια τείχη που κόκκινος ο ήλιος τα έσπαζε
και τόσα κεφάλια που στα πλοία κοπανάνε,
και τόσα χέρια που έχουν κλείσει μέσα τους φιλιά,
και τόσα πράγματα που θέλω να ξεχάσω.

P. Neruda 

Σάββατο 8 Μαρτίου 2025

Η πρόσκληση στο ταξίδι

Κορίτσι μου και αδερφή,
Σκέψου την έκσταση
Να πάμε εκεί να ζήσουμε μαζί!
Ν' αγαπάμε όποτε θέλουμε,
Ν' αγαπάμε και να πεθαίνουμε
σε μια χώρα που είναι όπως εσύ!
Οι ήλιοι ποτισμένοι με νερό
Σε τούτο τον συννεφιασμένο ουρανό
Την ψυχή μου το ίδιο έλκουν
Τόσο μυστηριακά
Με τα μάτια σου τα απατηλά,
Που δακρυσμένα φέγγουν. 

Εκεί, όλα είναι τάξη κι ομορφιά,
Λούσα, ηρεμία και ηδυπάθεια. 

Έπιπλα γυαλιστερά,
Λουστραρισμένα απ' του χρόνου την μπογιά,
Θα διακοσμούσαν μας την κάμαρα·
Λουλούδια απ' τα πιο σπάνια 
Μπλέκοντας τη μυρωδιά
Με μια αόριστη κεχριμπαριού μοσχοβολιά,
Οι οροφές πολυτελείς,
Ο καθρέφτης βαθύς, 
Της Ανατολής η δόξα,
Όλα θα μίλαγαν εκεί 
Μυστικά στην ψυχή 
Στη μητρική της γλώσσα.

Εκεί, όλα είναι τάξη κι ομορφιά,
Λούσα, ηρεμία και ηδυπάθεια. 

Δες στα κανάλια αυτά
Πώς κοιμούνται τα σκαριά
Που έχουν διάθεση φυγής.
Είναι για να ευχαριστούν την κάθε μία
Μικρή δική σου επιθυμία
Που έρχονται απ' τα πέρατα της γης.
— Οι ήλιοι που δύουν
Τα πεδία στολίζουν,
Τα κανάλια, τον οικισμό,
Με υακίνθους και χρυσάφι.
Ο κόσμος ησυχάζει
Μέσα σε φως ζεστό.

Εκεί, όλα είναι τάξη κι ομορφιά,
Λούσα, ηρεμία και ηδυπάθεια.

C. Baudelaire

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2025

Το Kεφάλι γεμάτο ομορφιά

Στην χρυσή άβυσσο, κόκκινη, παγωμένη, χρυσή, 
άβυσσο, στην άβυσσο όπου βρίσκει κατάλυμα ο πόνος, 
οι στρόβιλοι κυλώντας παρασύρουν 
τους ζωμούς του αίματός μου στις λάσπες, 
στις φιδωτές φλόγες του κορμού μου. 
Η γυαλιστερή λύπη καταποντίζεται στις 
τρυφερές χαραμάδες της καρδιάς. 
Υπάρχουν ατυχήματα σκοτεινά και περίπλοκα, 
αδύνατο να ειπωθούν. 
Κι όμως υπάρχει το πνεύμα της τάξης, το κανονικό πνεύμα, 
το πνεύμα κοινό σε όλες τις απελπισίες, που κάνει ερωτήσεις. 
Ω εσύ που σέρνεσαι στη ζωή, ανάμεσα στους ανθισμένους 
και αγκαθωτούς θάμνους της ζωής, ανάμεσα στα νεκρά φύλλα, 
τα ανάγλυφα εδάφη των θριάμβων, 
τις κραυγές χωρίς βοήθεια, τα χρυσοκίτρινα σκουπίσματα, 
την ξερή σκόνη των ελπίδων, τη μαυρισμένη θράκα δόξας, 
και τα χτυπήματα των εξεγέρσεων, εσύ, 
που δεν θα ήθελες πια στο εξής να καταλήξεις πουθενά. 
Εσύ, αστείρευτη πηγή αίματος. 
Σφοδρή συμφορά από σπίθες που κανένας πίδακας πηγής, 
κανένας δροσιστικός παγετώνας δεν θα αποπειραθεί ποτέ 
να σβήσει με τον χυμό του. 
Εσύ, φως. Εσύ, κύρτωση της θαμμένης αγάπης που καταπνίγεται. 
Εσύ, στολίδι των ουρανών καρφωμένων στα δοκάρια του άπειρου. 
Ταβάνι αντιφατικών ιδεών. 
Ιλιγγιώδες βάρος εχθρικών δυνάμεων. 
Δρόμοι μπλεγμένοι στην κλαγγή των μαλλιών. 
Εσύ, χάιδεμα και μίσος - πελεκημένε ορίζοντα, 
καθαρή γραμμή αδιαφορίας και λήθης. 
Εσύ, σήμερα το πρωί, ολότελα μονάχο μέσα στην ευταξία, 
την ηρεμία και την επανάσταση του σύμπαντος. 
Εσύ, διαμαντένιο καρφί. 
Εσύ, καθαρότητα, εκθαμβωτική στροφή της πλημμυρίδας 
και της άμπωτης της σκέψης μου στις γραμμές του κόσμου.

P. Reverdy

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2025

Πρόοδος

Τα δάκρυά μας πουλιούνται στη Λαχαναγορά και κανείς δεν τ' αγοράζει. Ξεχνούνε πως και τα λάχανα με δάκρυα αγοράζονται κι εκείνα.

Άλλοτε είχε πέραση κι ο ιδρώτας. Μα τώρα χύνεται στο δρόμο και κανείς δεν τον μαζεύει. Με κάτι τέτοιες «εκκρίσεις ντεμοντέ» θ' ασχολούμεθα τώρα;

Εμείς ζούμε στον αιώνα της Δόξας! Με ηλεκτρονικούς εγκεφάλους, με ηλεκτρονικούς δασκάλους, ηλεκτρονικούς συζύγους, ηλεκτρονικούς εραστές.

Με τη φόρα που πήραμε – αύριο θα 'χουμε κι ηλεκτρονικές μητέρες! Που θα γεννάνε... νούμερα. Ψόφια, αλλά σοφά!

Μ. Λουντέμης 

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2025

Τα Ενώτια

Σβήνουν ολοένα οι ίσκιοι των πτήσεων μες στα νερά
του καθρέφτη. (Ούτε ίχνος καν απ’ τη δική σου.)
Πέρασε και το σφουγγάρι και κυνήγησε τις άοπλες
λάμψεις έξω απ’ του χρυσού κατόπτρου τον κύκλο.
Τις πέτρες σου, τα κοράλλια, την πανίσχυρη εξουσία
που σε απάγει αναζητούσα· και διώχνω να φύγει
τη θεά που δεν σαρκώνεται, τους πόθους φέρνω
ίσαμε εκεί που δεν τους καίει η αστραπή σου.

Έξω τρίζουν έλυτρα, τρίζει, το τρελό τρίζει
ξόδι γνωρίζοντας πως δυό ζωές τώρα πια δεν μετράνε.
Στην κορνίζα γυρνούν και πάλι οι μαλακές
μέδουσες της εσπέρας. Το είδωλο το δικό σου
θα έλθει από κάτω: εκεί, στους λοβούς σου, άσαρκα
δυό χέρια τρέμοντα σου κρεμάνε τα κοράλλια.

E. Montale 

Τρίτη 4 Μαρτίου 2025

Η Αυλή των Προβάτων

Είπεν ο λαός μου: το δίκαιο που μου 
δίδαξαν έπραξα και ιδού αιώνες
απόκαμα ν’ απαντέχω γυμνός έξω 
από την κλειστή θύρα της αυλής
των προβάτων. Γνώριζε τη φωνή μου 
το ποίμνιο και στην κάθε σφυριγματιά μου
αναπηδούσε και βέλαζε. 
Άλλοι όμως, και πολλές φορές οι ίδιοι αυτοί 
που παινεύανε την καρτερία μου, 
από δέντρα και μάντρες πηδώντας, 
επατούσανε πρώτοι το πόδι αυτοί 
μες στη μέση της αυλής των προβάτων. 
Και ιδού πάντα γυμνός εγώ και χωρίς 
ποίμνιο κανένα, στέναξεν ο λαός μου. 
Και στα δόντια του γυάλισεν η αρχαία πείνα, 
και η ψυχή του έτριξε πάνω στην πίκρα της, 
καθώς που τρίζει επάνω στο χαλίκι το 
άρβυλο του απελπισμένου.

Τότες αυτοί που κατέχουνε τα πολλά, ν’ ακούσουνε 
τέτοιο τρίξιμο, τρόμαξαν. 
Επειδή το κάθε σημάδι καταλεπτώς γνωρίζουνε και, 
συχνά, μίλια μακριά διαβάζουνε στο συμφέρον τους. 
Παρευθύς λοιπόν τα πέδιλα τ’ απατηλά ποδέθηκαν. 
Και μισοί πιάνοντας τους 
άλλους μισούς, από το ‘να και τ’ άλλο 
μέρος τραβούσανε, τέτοια λόγια
λέγοντας: άξια και καλά τα έργα σας, 
και ορίστε αυτή που βλέπετε η
θύρα η κλειστή της αυλής των προβάτων. 
Ασηκώστε το χέρι και μαζί σας εμείς, 
και φροντίδα δική μας η φωτιά και το σίδερο. 
Σπιτικά μη φοβάστε, φαμελιές μη λυπάστε, 
και ποτέ σε γιου ή πατέρα ή μικρού
αδερφού τη φωνή, πίσω μην κάνετε. 
Ειδέ τύχει κανείς από σας κι ή
φοβηθεί κι ή λυπηθεί κι ή κάνει πίσω, 
να ξέρει: επάνω του το κρίμα
και κατά της δικής του κεφαλής 
η φωτιά που φέραμε και το σίδερο.

Και το λόγο τους πριν αποσώσουν είχε 
πάρει ν’ αλλάζει ο καιρός,
μακριά στο μαυράδι των νεφών 
και σιμά στο κοπάδι των ανθρώπων.
Σαν να πέρασε αγέρας χαμηλά βογκώντας 
και ν’ απόριξε άδεια τα
κορμιά, δίχως μια στάλα θύμηση. 
Το κεφάλι μπλάβο και άλαλο αψηλά στραμμένο, 
μα το χέρι βαθιά μέσα 
στην τσέπη, γραπωμένο από
κομμάτι σίδερο, της φωτιάς ή απ’ τ’ άλλα, 
πόχουν τη μύτη σουγλερή
και την κόψη αθέρα. Και βαδίζανε 
καταπάνου στον έναν ο άλλος, 
μη γνωρίζοντας ο ένας τον άλλο. 
Και σημάδευε κατά πατέρα ο γιος και
κατ’ αδερφού μικρού ο μεγάλος. 
Που πολλά σπιτικά πομείνανε στη
μέση, και πολλές γυναίκες απανωτά δυο 
και τρεις φορές μαυροφορέσανε. 
Και που αν έκανες να βγεις λιγάκι παραόξω, τίποτε. 
Μόνο αγέρας βουίζοντας μέσα 
στα μεσοδόκια, και στα λίγα καμένα λιθάρια
μεριές μεριές οι καπνοί βοσκώντας 
τα κουφάρια των σκοτωμένων.

Μήνες τριάντα τρεις και πλέον βάστηξε το Κακό. 
Που τη θύρα χτυπούσανε ν’ανοίξουνε της αυλής των προβάτων. 
Και φωνή προβάτου δεν ακούστηκε, 
παρεχτός επάνω στο μαχαίρι. 
Και φωνή θύρας ούτε, παρεχτός την ώρα 
που ‘γερνε μες στις φλόγες τις υστέρες να
καεί. Επειδή αυτός ο λαός μου η θύρα και αυτός ο λαός μου 
η αυλή και το ποίμνιο των προβάτων.

Ο. Ελύτης

Σάββατο 1 Μαρτίου 2025

Ουτοπίες

Πώς να πιστέψω -είπε ο κάποιος
ότι ο κόσμος στέρεψε από ουτοπίες

πώς να πιστέψω
ότι η ελπίδα είναι ένας απών
ότι η απόλαυση ένας λυγμός

Πώς να πιστέψω - είπε ο κάποιος
ότι ο κόσμος είναι μια καταστροφή
έστω κι αν είναι
ή ότι ο θάνατος είναι η σιγή
έστω κι αν είναι 

πώς να πιστέψω
ότι ο ορίζοντας είναι η άκρη
ότι η θάλασσα δεν είναι κάτι
ότι η νύχτα είναι μηδέν

πώς να πιστέψω - είπε ο κάποιος
ότι το σώμα σου - καλή μου κάποια
δεν είναι παρά αυτό που αγγίζω
ή πως η αγάπη σου

αυτή η μακρινή αγάπη που μού φυλάς
δεν είναι η γύμνια των ματιών σου
η ραθυμία των χεριών σου

πώς να πιστέψω - καλή μου του Νοτιά
ότι είσαι απλά αυτό που βλέπω
χαϊδεύω ή εισχωρώ

πώς να πιστέψω - είπε ο κάποιος
πως δεν υπάρχει πια ουτοπία 
αν εσύ - κάποια μου γλυκιά
παράτολμη - αιώνια
αν εσύ - είσαι η ουτοπία μου.

M. Benedetti

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2025

Να θέλεις λίγα, θα τα έχεις όλα

Να θέλεις λίγα: θα τα έχεις όλα.
Τίποτε να μη θέλεις: θα είσαι ελεύθερος.
Ο ίδιος ο έρωτας που νιώθουν
Για μας, μας απαιτεί, μας καταπιέζει.

Για να είσαι μεγάλος, να είσαι ακέραιος: Τίποτε
Δικό σου να μην υπερβάλλεις ή να μη διαγράφεις.
Να είσαι όλα σε κάθε πράγμα. Να βάζεις όσα είσαι
Και στο ελάχιστο που κάνεις.
Έτσι σε κάθε λίμνη ολόκληρη η σελήνη
Λάμπει, γιατί ζει ψηλά.

Αναρίθμητοι ζουν μέσα μας.
Αν σκέφτομαι ή αν νιώθω, αγνοώ
Ποιος μέσα μου σκέφτεται ή νιώθει.
Είμαι μονάχα ο τόπος
Όπου νιώθουν ή σκέφτονται.

Έχω περισσότερες από μια ψυχές.
Υπάρχουν περισσότερα εγώ απ’ το ίδιο το εγώ μου.
Υπάρχω ωστόσο
Αδιάφορος για όλους,
Τους κάνω να σιωπούν: εγώ μιλάω.

Οι διασταυρωμένες παρορμήσεις
Όσων νιώθω ή δεν νιώθω
Πολεμούν μες σ’ αυτόν που είμαι.
Τις αγνοώ. Τίποτε δεν υπαγορεύουν
Σ’ αυτόν που γνωρίζω ότι είμαι: εγώ γράφω.

Ο θεός Παν δεν πέθανε,
Σε κάθε κάμπο που δείχνει
Στα χαμόγελα του Απόλλωνα
Τα γυμνά στήθη της Δήμητρας —
Αργά ή γρήγορα θα δείτε
Να εμφανίζεται εκεί
Ο θεός Παν, ο αθάνατος.

Όχι δε σκότωσε άλλους θεούς
Ο θλιμμένος χριστιανός θεός.
Ο Χριστός είναι ένας ακόμη θεός,
Ίσως ένας που έλειπε.
Ο Παν συνεχίζει να δίνει
Τους ήχους απ’ τον αυλό του
Στ’ αυτιά της Δήμητρας
Που καμαρώνει στους κάμπους.

Οι θεοί είναι οι ίδιοι,
Πάντοτε λαμπεροί και γαλήνιοι,
Γεμάτοι από αιωνιότητα
Και περιφρόνηση για μας,
Φέρνοντας τη μέρα και τη νύχτα
Και τις χρυσαφένιες σοδειές
Όχι για να μας δώσουν
Τη μέρα και τη νύχτα και το στάρι
Μα για άλλον και θείο
Τυχαίο σκοπό.

F. Pessoa