Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Σε θαμπώνει, σε ζαλίζει η μέρα

Φτάνουν πιά τα υγρά μάτια του χειμώνα, 
ούτε για δείγμα άλλο δάκρυ τώρα, 
ώρα την ώρα το πράσινο αρματώνεται, 
αρχίζει φύλλο με το φύλλο η εποχή της ουσίας 
και στ' όνομά της έχουμε όλοι πρόσκληση λάβει 
στη χαρά της γιορτής να λάβουμε μέρος.
Τι ωραίο που είναι εκείνο το αιώνιο πάσιν ανθρώποις, 
ο καθαρός αέρας, του λουλουδιού οι υποσχέσεις· 
η πανσέληνος αφήνει 
το επισκεπτήριό της στα φυλλώματα· 
άντρας και γυναίκα γυρνούν απ' τη θάλασσα 
μ' ένα βρεγμένο καλάθι 
γεμάτο ασήμι κινούμενο.
Όπως τον έρωτα η τα μετάλλια 
έτσι κι εγώ μαζεύω, 
μαζεύω κομμάτια από τον Νότο, 
απ' τον Βορρά, από βιολιά, 
από σκυλιά, 
από λεμόνια, από πηλό, 
από αέρα πρόσφατα ελευθερωμένο, 
συνάζω μηχανές που μυρίζουν μυστήριο, 
εμπορεύματα στης καταιγίδας το χρώμα,
ο,τι μου είναι αναγκαίο: 
πορτοκαλανθούς, κορδέλες, 
σταφυλόρωγες σαν το τοπάζι, 
κυμάτων αρώματα.
Στοιβάζω
αδιάκοπα, άκοπα, ακούραστα,
ανασαίνω, 
τα ρούχα μου στον άνεμο στεγνώνω 
μαζί με τη γυμνή μου καρδιά, 
και πέφτει, 
πέφτει ο ουρανός -
τη χαρά 
στο ποτήρι μου 
εγώ την πίνω.

P. Neruda 

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

Ο Άγνωστος

Θέλω να μετρήσω τα τόσα πράγματα που δεν γνωρίζω, 
και να 'μαι, φτάνω χωρίς σχέδιο, 
χτυπάω και μου ανοίγουν, μπαίνω και βλέπω 
τα πορτρέτα του χτες στους τοίχους, 
την τραπεζαρία της γυναίκας και του άντρα, 
τις πολιθρόνες, τα κρεβάτια, τις αλατιέρες, 
και μόνο τότε αντιλαμβάνομαι 
ότι εκεί εμένα κανείς δεν με ξέρει.
Βγαίνω έξω και αγνοώ σε ποιους δρόμους περπατάω, 
αγνοώ πόσους άντρες έχει καταβροχθίσει τούτος ο δρόμος, 
πόσες φτωχές και πολυπόθητες γυναίκες, 
εργάτες κι εργάτριες από διάφορες φυλές 
και με αμοιβές απλώς κάτι ψίχουλα.

P. Neruda 

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Κάγκελα με θέα

Σε αγναντεύω λύπηση 
σ’ ένα κελί σου θεαματικό 
Μία μέρα σαν κι αυτή κόντρα αισθήσεις 
Η θάλασσα από το παράθυρο καθρεφτίζει ομορφιά και πόνο 
Ο ήλιος σε βασανίζει να σπάσεις 
τα δεσμά του δροσερού ονείρου σου 
Στον ουρανό πετάνε οι μάνικες 
για να σβήσουν με δάκρυα μια απέραντη θλίψη 
Στιγμές να περιγράψω τη κλοπή της ησυχίας 
Στα μετόπιστεν ο καθρέφτης της γαλήνης 
έσπασε από το δαίμονα της λαίλαπας διαόλου χέρι 
Κραυγή σιγής με τα μάτια στο ταβάνι 
ανάσες θυμού και νοερές βωμολοχίες 
Αγκίλωση σκέψεων που χάνονται 
οι λέξεις σβήνουν στους τοίχους 
Η ώρα ροκανίζει τους στίχους 
με προσπάθεια διασκέδασης της αδράνειας 
Η φαντασία σκοντάφτει την αρμονία 
σε πνίγει στις στάχτες 
Εδώ γύρω έχει χαθεί η μισή απόλαυση πλέον 
Πρέπει να αρχίσω να μετρώ τις νύχτες 
Ο αποχωρισμός κομπόδεμα θα σαλπάρει 
με ευχές υπομονής και ανασυγκρότησης 
Ανάταση ομορφιάς προσδοκά πάλι αυτός ο τόπος 
Διακοπές ήταν από το ταξίδι της ζωής 
ανακατεύοντας τους κώδικες 
Μια αναζήτηση ο στόχος 
σε εικόνες μνήμης για το μέλλον.

Λ. Ζουλούμης

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Δυσκολίες πολιτευομένου

Φώναξε τι να φωνάξω;
Χορτάρι η κάθε σάρκα: συμπεριλαμβανόμενων
των Εταίρων του Λουτρού, των Ιπποτών της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, των Ιπποτών,
ω Ιππότες! της Λεγεώνος της Τιμής,
του Τάγματος του Μέλανος Αετού (α' και β' τάξεως),
και του Τάγματος του Ανατέλλοντος Ηλίου.
Φώναξε φώναξε τι να φωνάξω;
Εκείνο που πρέπει να γίνει πρώτα είναι να σχηματιστούν οι επιτροπές:
Τα γνωμοδοτικά συμβούλια, διαρκείς επιτροπές, ειδικές επιτροπές και υποεπιτροπές.
Ένας γραμματέας φτάνει για πολλές επιτροπές.
Τι να φωνάξω;
Ο Άρθουρ Έντουαρ Κύριλ Πάρκερ διορίστηκε τηλεφωνητής
με μισθό μιάμιση λίρα τη βδομάδα που με πέντε σελίνια ετήσια αύξηση
γίνεται δυόμισι λίρες τη βδομάδα·
κι ένα επίδομα τριάντα σελίνια τα Χριστούγεννα
και μια βδομάδα το χρόνο άδεια.
Μια επιτροπή έχει διοριστεί για να υποδείξει ένα συμβούλιο μηχανικών
να εξετάσει την Ύδρευση.
Μια επιτροπή έχει διοριστεί
για τα Δημόσια Έργα, πρωτίστως για την ανοικοδόμηση των οχυρωματικών.
Μια επιτροπή έχει διοριστεί να διαπραγματευτεί με μια Βολσκιανή επιτροπή
την αιωνία ειρήνη· οι βιομήχανοι βελών και ακοντίων κι οι σιδηρουργοί
όρισαν μια μικτή επιτροπή να διαμαρτυρηθεί για τη μείωση των παραγγελιών.
Ωστόσο οι φύλακες στα σύνορα παίζουνε ζάρια
και στους βάλτους (ω Μαντοβάνε) κοάζουν τα βατράχια.
Πυγολαμπίδες λάμπουν πάνω στις ανήμπορες απανωτές αστραπές της νύχτας του Ιουλίου.
Τι να φωνάξω;
Μάνα μάνα
να τα οικογενειακά πορτρέτα γραμμή, σκούρες προτομές, όλες μ’ ένα ύφος αξιοπρόσεχτα ρωμαϊκό,
όλες αξιοπρόσεχτα ίδιες φωτισμένες διαδοχικά από την ανταύγεια
ενός ιδρωμένου λαμπαδοφόρου, που χασμουριέται.
Ω, χωμένοι κάτω από... Χωμένοι κάτω από... Εκεί που το πόδι του περιστεριού πάτησε με μια σύσπαση μια στιγμή,
μια ακίνητη στιγμή, μεσημερνή ανάπαυλα, βολεμένη κάτω από τα ψηλότερα κλωνάρια του πλατύτερου δέντρου του μεσημεριού
κάτω από τα φτερά του στήθους που έπαιξαν με τ’ αγεράκι τ’ απογεματινό
η κυκλαμιά εκεί πέρα ανοίγει τα φτερούγια, εκεί τ’ αγιόκλημα σκύβει στ’ ανώφλι.
Ω μάνα (όχι κάποια προτομή από τούτες με την επιγραφή της την αξιοπρεπή)
εγώ ένα κουρασμένο κεφάλι ανάμεσα σε τούτα τα κεφάλια
γεροί τράχηλοι για να τα βαστάζουν
γερές μύτες για να σκίζουν τον άνεμο μάνα Μάνα
δε θα μπορούσαμε κάποτε, ίσως τώρα, να ήμασταν μαζί,
αν οι θυσίες, παιδεμοί, ασκητισμοί, εξιλασμοί
έχουν τώρα τηρηθεί
δε θα μπορούσαμε τάχα να ήμασταν
ω χωμένοι
χωμένοι μέσα στη γαλήνη του μεσημεριού, μέσα στη σιωπή της νύχτας που κοάζει.
Έλα με το φτερούγισμα της μικρής νυχτερίδας, με το φτωχό λαμπύρισμα της πυγολαμπίδας ή κωλοφωτιάς,
«πετώντας, πέφτοντας, στεφανωμένα σκόνη», τα μικρά πλάσματα,
τα μικρά πλάσματα τσιρίζουν αχαμνά μέσα στη σκόνη, μέσα στη νύχτα.
Ω μάνα
τι να φωνάξω;
Απαιτούμεν μίαν επιτροπήν, μίαν αντιπροσωπευτικήν επιτροπήν, μίαν επιτροπήν
ελέγχου
Παραίτησις!Παραίτησις! Παραίτησις! 

T. Eliot 

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Αυτό που πείθει

Παρακαλώ προσέξετε τα χείλη μου: απ' αυτά εξαρτάται ο κόσμος.
Από τις συσχετίσεις που τολμούν και από τις απαράδεκτες 
παρομοιώσεις όπως όταν ένα βράδυ που μυρίζει ωραία 
ρίχνουμε τον ξυλοκόπο της Σελήνης χάμου 
εκείνος μας δωροδοκεί με λίγο γιασεμί κι εμείς συγκατανεύουμε...
Αυτό που πείθει διατείνομαι είναι σαν τη χημική ουσία που αλλοιώνει.
"Ας είναι ωραίο το μάγουλο ενός κοριτσιού 
όλοι μας με φαγωμένα μούτρα θα γυρίσουμε κάποτε απ' τ' 'Αληθοτόπια.
Παιδιά πως δεν ξέρω να το εξηγήσω 
αλλά είναι ανάγκη να υποκατασταθούμε στους παλαιούς Ληστές. 
Να στέλνουμε το χέρι μας και να πηγαίνει
Πάτε κρατώντας τυλιγμένη με φύλλα των Βαγιώ 
τη δύστυχη και μελανειμονούσα Υδρόγειο
Και μες στην μπόχα γίνεστε του ανθρώπινου υδροθείου 
τα εθελοντικά πειραματόζωα του Θείου.
'Από τον Θεό τραβιέται ο άνθρωπος 
όπως ο καρχαρίας από το αίμα.

Ο. Ελύτης

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Τι είπε η βροντή (απόσπασμα)

Μετά το άλικο φως των δαυλών σε κάθιδρα πρόσωπα
Μετά την παγερή σιωπή των κήπων
Μετά την αγωνία των απολιθωμένων
Οι κραυγές και οι ολολυγμοί
Φυλακή και ανάκτορο και αντήχηση
Ανοιξιάτικης βροντής πάνω απ' τα όρη πέρα
Αυτός που ζούσε κάποτε είναι τώρα νεκρός 
Εμείς που ζούσαμε κάποτε πεθαίνουμε τώρα 
Με λίγη υπομονή
Δεν έχει εδώ νερό παρά μονάχα βράχια
Βράχια κι ούτε στάλα νερό κι η σκόνη του δρόμου
Ο δρόμος φιδοσέρνοντας ψηλά μες στα βουνά
Που είναι βουνά της πέτρας δίχως νερό
Αν είχε εδώ νερό θα σταματούσαμε να πιούμε
Πως να σταθείς μέσα στους βράχους η πως να σκεφτείς
Στεγνός ο ιδρώτας και τα πόδια βουλιαγμένα στην άμμο
Αν ήτανε τουλάχιστον νερό μεσ' απ' την πέτρα 
Με σάπια δόντια στόμα του βουνού ανήμπορο να φτύσει
Κανένας δεν μπορεί να μείνει εδώ να γείρει η να καθήσει 
Ούτε η σιγή δεν ζει μες στα βουνά 
Μόνον η στέρφα η ατσάλινη βροντή χωρίς βροχή 
Κι η ερημιά ούτε κι αυτή δεν είναι στα βουνά
Πρόσωπα μόνο κόκκινα σαρκάζουν και γρυλίζουν βλοσυρά
Σε πόρτες φτωχικών σπιτιών από πηλό σπασμένο

T. Eliot

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Ελιγμός

Στα μαβιά κρόσσια της οδύνης 
Στ' αγάλματα της αγωνίας 
Στις υγρές σιωπές 
Υπάρχει ένα πρόσωπο 
Τόσο πολύ βγαλμένο από τα δάκρυα 
Τόσο ακατανόητο 
Τόσο ζεστό στο χέρι που του γνέφει 
Εν' άλλο πρόσωπο 
Μια οπτασία με πυρσούς που σχίζει την ερήμωση 
Καβάλα η νύχτα στις οροσειρές της 
Με άστρα σαν νοήματα που σφεντονίστηκαν 
Άλλοτε απ' την παιδική τους ηλικία 
Και δίνουνε το κατευόδιο της ζωής 
Επάνω στις ανηφοριές του οίκτου.

Υπάρχει
Μια τρυφερή καμπύλη που χρωστά στον πόνο 
Την περιπέτεια της φωτοχυσίας της 
Ένας φακός που ενώνει τ' αμαρτήματα 
Σαν ύπτια σπλάχνα που 'ριξεν η τύχη 
Εκεί
Ένας καλός απ' τη σκιά που τον μαγεύει τοίχος 
Κάνει γωνία πριν από το κλάμα 
Ύστερα φτάνουν οι κορμοστασιές του ολέθρου 
Δέντρα με μόνη επίπλωση τα δάχτυλά τους 
Με μόνη πίστη την ξεριζωμένη τους λαλιά 
Είναι καλό να μη μιλάν εκείνοι που έζησαν 
Οι άλλοι βαστούν στα χέρια οιμωγές 
Τρέχοντας πέρα σαν αβάφτιστες φτερούγες

Έζησαν
Ένα πηγάδι ανοίγει φόβους έπειτ' από καθ' ελπίδα του 
Γιατί να τρέμει αυτό το σύρμα 
Τούτο το πουλί ποιο βλέμμα να τροφοδοτεί 
Τι θέλουμε
Υπάρχει

“Ένα σβησμένο πρόσωπο σε κάθε αυλαία λήθης.

Ο. Ελύτης 

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2025

Διάττων αστήρ

Στην άκρη-άκρη εκεί που ανεμίζει λευκό μαντήλι
Στο μαύρο βάθος που τελειώνει ο κόσμος
Μπροστά στα μάτια μας ένα μικρό στερέωμα
Όλα όσα δεν βλέπουμε
Ούτε ποιός είναι αυτός που περνάει
Ο ήλιος δίνει λίγη φωτιά
Κάποιο πεφταστέρι λάμπει
Και όλα πέφτουν
Ο ουρανός γεμίζει ζάρες
Τα χέρια ανοίγουν
Και τίποτα δεν έρχεται
Μια καρδιά χτυπάει ακόμα στο κενό
Επώδυνος αναστεναγμός εξαντλείται
Στις πτυχές της κουρτίνας σηκώνεται η μέρα

P. Reverdy

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

Κυβιστική ανάλυση

Φρενιασμένος για τα ενδόμυχα
κι ωστόσο δεν επωμίζομαι ούτε λέξη
η ψυχή σας άλλωστε δε δείχνει φτερούγισμα
γύμνια θεοτική θα ρητορέψω
καταναλίσκοντας ερμηνείες κι αντίδια της πατρίδας μου
χορταρικό της άρρωστης μάνας μου
με μπόλικο λάδι
με τυρί και νερό παγωμένο στους μονότονους ήλιους.
Πολιορκήθηκα από φτηνή διασημότητα ίσως /ή όχι;/
αισθάνομαι έτσι κι αυτό μου φτάνει
στερήσεις λαμπερές μου η στράτευση στο Απόλυτο 
δεν είμαι κανένας ενσυνείδητος
διαστέλλω την Άνοιξη προς τη θλίψη με τη θέλησή της
αχ πόσο λυπήθηκα αύριο που δεν έγινα συνθέτης και εγώ
νά ’γραφα άναυδες κυκλοθυμικές σελίδες
τόσο τη μίσησα τη μηχανή τα χημικά μαστιγώματα
η πλάτη μου τά ’χει καλά με την κακοκαιρία.
Μιλώντας ελληνικά προς όλες τις κατευθύνσεις
ανακαλύπτομαι ολοένα μέσα απ’ τα φωτοστέφανα όντας
ο πιο μεγάλος απερίσκεπτος μιας δικής μου Παταγονίας
κρύο τεράστιο να σου πέφτει η μύτη
δεν υπάρχω όμως ωσάν τροχός που υποφέρει τους κύκλους –
εξοργίστηκα τώρα.

Ν. Καρούζος 

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

Πελώριος και κόκκινος

Πελώριος και κόκκινος
Πάνω από το Γκραν Παλαί
Ο χειμωνιάτικος ήλιος εμφανίζεται
Κι εξαφανίζεται
Σαν κι αυτόν η καρδιά μου θα εξαφανιστεί
Και όλο μου το αίμα θα φύγει
Θα φύγει να σε ψάξει
Αγάπη μου
Ομορφιά μου
Και να σε βρει
Εκεί όπου βρίσκεσαι.

J. Prevert

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025

Όνειρο μέσα σε όνειρο

Δέξου ετούτο το φιλί στο μέτωπο σου!
Και τώρα που χωρίζουμε,

Άφησε με να σου πω–
Ότι οι μέρες μου εκύλησαν μέσα στ’ όνειρο
Είναι αλήθεια, όπως το ’λεγες
Αν όμως, η ελπίδα πέταξε
Μες σε μιά νύχτα ή σε μιά μέρα,
Μες σ’ ένα όραμα ή μες στο τίποτα,
Είναι γι’ αυτο λιγότερο χαμένη;
Όλα όσα βλέπουμε ή ό,τι φαινόμαστε
Όνειρο είναι μοναχά μέσα σε όνειρο.

Στέκομαι ανάμεσα στο βογγητό
Μιάς θαλασσοδάρτης ακτής,
Και μες στα χέρια μου κρατώ
κόκκους χρυσούς της άμμου-
Πόσο λίγοι! Κι όμως πως γλιστράνε
Από τα δάχτυλα μου και βαθιά πάνε,
Καθώς θρηνώ – καθώς θρηνώ!
Θεέ μου! Μήπως θα μπορούσα
Μέσα στο χέρι πιο σφιχτά να τους κρατούσα;
Θεέ μου! Πώς θα κατορθώσω
Μόνο ένα απ’ το ανίλεο κύμα να γλιτώσω;
Όλα όσα βλέπουμε ή ό,τι φαινόμαστε
Όνειρο είναι μοναχά μέσα σε όνειρο;

E. Allan Poe

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2025

Αν μείνουνε τα πράγματα ως έχουν

Μα είστε χαμένοι,
αν μείνουνε τα πράγματα ως έχουν.
Φίλος σας είναι η αλλαγή
και σύμμαχός σας η αντίφαση.
Απ’ το μηδέν κάτι πρέπει να κάνετε.
Κι οι κραταιοί όμως μηδαμινοί να γίνουν.
Διώξτε αυτό που έχετε
και κάνετε δικό σας
αυτό που σας αρνήθηκαν.

B. Brecht