Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2022

Χρησμός

Τα κρύα χείλια της νύχτας
Λένε μια λέξη
Κολόνα πόνου
Όχι λέξη αλλά πέτρα
Όχι πέτρα αλλά ίσκιο
Σκέψη ατμού
Ζωντανό νερό στ' ατμώδη χειλια-μου
Λέξη αλήθειας
Αιτία των λαθών-μου
Αν είναι θάνατος μόνο απ' αυτήν ζω
Αν είναι μοναξιά μιλώ εξ' ονόματός-της
Είναι μνήμη και δεν θυμάμαι τίποτα
Δεν ξέρω τι λέει και την εμπιστεύομαι
Πώς να ξέρεις αν ζεις
Πως να ξεχάσεις ότι το ξέρεις
Χρόνος που μισανοίγει τα βλέφαρα
Κι αφήνεται να ιδωθεί ενώ μας βλέπει.

O. Paz

Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2022

Συμπέρασμα

Τίποτα δεν θα σβήσει τον έρωτα·
ούτε οι τσακωμοί
ούτε τα χιλιόμετρα.
Είναι συνειδητός,
δοκιμασμένος,
ελεγμένος.
Υψώνω επισήμως τα ποιήματα,
των στίχων τα δάχτυλα,
και ορκίζομαι:
σ' αγαπώ,
και ο έρωτάς μου για σένα
είναι πιστός και αμετάβλητος.

V. Mayakovsky

Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2022

Παράτολμα

Παράτολμα στο νήμα ακροβατούσα
σαλτάρησα με ανεμελιά
Σάστισα σαν παραβάτης
στου ονείρου τη σιγαλιά
Τότε έννοιωσα παραστάτης
της σημαίας νικητής
Παρευθύς δοξολογούσα
πώς έχασα τον μπούσουλα απ' τα λούσα
που λούστηκα από τους επαίνους της ψυχής
Παρέλασα απ' τα τεφτέρια
κι απόλαυσα το λίκνο της ζωής.

Λ. Ζουλούμης

Ένα Γράμμα Που Δεν Γράφτηκε

Για το μούδιασμα της αυγής, για κάποιες
κλωστές που πάνω τους πιάνεταιη τούφα της ζωής, σαν ένα κολιέ
απ’ ώρες κι από χρόνια, σήμερα τα δελφίνια σε ζευγάρι
άραγε θα χοροπηδούν με τα μικρά τους; Α μην ακούω
τίποτα για σένα, να φύγω από την λάμψη
των βλεφάρων σου. Αλλιώς είναι πάνω στη γη.

Να εξαφανιστώ δεν ξέρω ούτε να ξαναφανώ. Το φλογερό
σιδεράδικο της νύχτας
αργεί, το βράδυ μακραίνει,η προσευχή είναι μαρτύριο κι ανάμεσα
απ’ τα βράχια που αναδύονται, ακόμη
δεν ήρθε η μποτίλια απ’ το πέλαγος. Το κύμα, κουρασμένο,
κομματιάζεται επάνω στο ακρωτήρι, στο Φινιστέρε.

E. Montale

Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2022

Παράτομα

Παράτομα το ρέφαγγο νιμούσα
και σίτωνα μιαν άμονη ταμιά
το μίτωνο του νου κηροτομούσα
και κρίτωνα περίτοκα λιμιά

Ανάλεθα την κόπη της παλίδας
κι ανέλιζα στον κρόταλο νεριά
πυραύλιζα τα κρίτα της χιαλίδας
σαν να 'τρυφαν στην Απολλωνεριά

Γερμίζανε στα λίβα οι σταγέρες
και φώλιζαν απύριστα κουριά
μανούσαν οι αλάμιαστες λαγέρες

κι απά στα πωροχτένιστα μαγόνια
σταλάρανε οικάρμες τα φουριά
κι αλάρμεναν περιά τα μελαγόνια

Ν. Λαπαθιώτης

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2022

Το σημάδι

Να το σημάδι∙ ζωντανεύει
στον τοίχο που ασημίζει:
μια δαντέλα φοινικιάς
που φλέγεται από τις αχτίδες της αυγής.

Το βήμα σου που έρχεται
από τα βουνά τόσο ελαφρύ,
δεν είναι καλυμμένο από το χιόνι, είναι ακόμα
ζωή σου, αίμα σου μέσα στις φλέβες μου.

E. Montale

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2021

Αυτός που γύρεψε

Βγήκα να βρω ο,τι έχασα
στις εχθρικές τις πόλεις:
μου κλείνανε δρόμους και πόρτες,
μου χυμαγάνε με φωτιά και νερό,
μου πετάγαν περιττώματα.
Το μόνο που γύρευα εγώ να βρω
ήταν παιχνιδάκια σπασμένα μέσα στα όνειρα,
ένα κρυστάλλινο αλογάκι
η το ξεθαμμένο μου ρολόι.
Κανείς δεν ήθελε ν᾽ αντιληφθεί
το μελαγχολικό μου πεπρωμένο,
την απόλυτή μου ανιδιοτέλεια.

Ματαίως εξηγούσα στις γυναίκες
ότι τίποτα δεν ήθελα να κλέψω
ούτε να σκοτώσω τις γιαγιάδες τους.
Έσκουζαν από φόβο σαν με βλέπανε
να βγαίνω από κανά ερμάρι,
να κατεβαίνω από την καμινάδα.

Τις μέρες, εν τούτοις, τις μακρές
και τις νύχτες με τη βιολετιά βροχή
συνέχιζα εγώ τις εξορμήσεις μου:
στα κλεφτά επέρασα
μεσ᾽ από στέγες και κεραμίδια
σ᾽ εκείνες τις εχθρικές τις κατοικίες,
και ως και κάτω απ᾽ το χαλί
πολέμησα, αγωνίστηκα στη λήθη ενάντια.
Ποτέ δεν βρήκα ο,τι ζητούσα.
Κανείς δεν είχε το άλογό μου,
ούτε τους έρωτές μου, ούτε το ρόδο
που έχασα σαν τόσα και τόσα φιλιά
στης αγαπημένης μου τη μέση.
Με φυλάκισαν, με σακάτεψαν,
δεν με κατάλαβαν, με παρεξήγησαν,
με πήραν προφανώς για εγκληματία
και τώρα πιά δεν γυρεύω καν τον ίσκιο μου.
Είμαι τόσο σοβαρός όσο και οι άλλοι,
μου λείπει όμως ο,τι αγάπησα:
η φυλλωσιά της γλύκας
που ξεφυλλίζεται φύλλο το φύλλο
ώσπου να μείνεις εσύ στο τέλος ασάλευτη
και γυμνή, ολόγυμνη στ᾽ αλήθεια.

P. Neruda

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2021

Η καρδιά μου αναπηδά

Η καρδιά μου αναπηδά όταν κοιτάζω
Ένα ουράνιο τόξο στον ουρανό :
Έτσι ήταν όταν η ζωή μου άρχισε
Έτσι είναι τώρα που είμαι ενήλικος
Έτσι να ‘ναι όταν γεράσω
Διαφορετικά ας πεθάνω !
Το παιδί είναι πατέρας του άντρα
Και θα μπορούσα να ευχηθώ οι μέρες μου να’ναι
Δεμένες η μία στη άλλη με φυσική ευλάβεια.

W. Wordsworth

Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2021

Υπαινιγμός

Ω καμπύλες που ελίσσονται
Ως κρυφό ψέμα,
Αυτή η βραδύτητα δεν είναι η
πιο τρυφερή τέχνη;

Ξέρω πού πάω,
θα σε πάω εκεί,
Οι σκοτεινές μου προθέσεις
δεν σου κάνουν κακό…

(Αν και χαμογελά
με ανθισμένη περηφάνια,
Τόση ελευθερία
Αποπροσανατολίζει!)

Ω καμπύλες που ελίσσονται
Ως κρυφό ψέμα,
θα σε κάνω να περιμένεις
Για την πιο τρυφερή λέξη

P. Valery

Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2021

Οιωνοί της αθωότητας

Για να δεις τον κόσμο σε ένα κόκκο άμμου
Και τον παράδεισο σε ένα αγριολούλουδο
Κράτησε το άπειρο στην παλάμη του χεριού σου
Και την αιωνιότητα σε μία ώρα.
Ένας κοκκινολαίμης πετρίτης σε κλουβί
Φέρνει όλο τον ουρανό σε οργή.
Ένας περιστερώνας γεμάτος περιστέρια
Φέρνει ρίγος σε όλες τις περιοχές της κόλασης
Ένα πεινασμένο σκυλί στην πύλη του αφεντικού
Προβλέπει την καταστροφή του κράτους.
Ένα άλογο που το κακομεταχειρίστηκαν στο δρόμο
Ζητά από τον ουρανό ανθρώπινο αίμα
Κάθε κραυγή ενός κυνηγημένου λαγού
Σχίζει μια ίνα από τον εγκέφαλο.
Μια σιταρήθρα τραυματισμένη στο φτερό
Ένα χερουβείμ σταματά να τραγουδά
Ένας ψαλιδισμένος κόκορας έτοιμος για μάχη
Φοβίζει τον ήλιο που ανατέλλει.
Κάθε λύκου και λιονταριού η κραυγή
Από την κόλαση εγείρει μια ανθρώπινη ψυχή.
Το άγριο ελάφι που περιπλανάται εδώ και εκεί
Εμποδίζει την φροντίδα της ανθρώπινης ψυχής
Το κακομεταχειρισμένο αρνί τρέφει την δημόσια διαμάχη
Και όμως συγχωρεί την λεπίδα του χασάπη.
Η νυχτερίδα που φευγαλέα πετά στο τέλος του απογεύματος
Άφησε το μυαλό που δεν θέλει να πιστέψει
Η κουκουβάγια που καλεί τη νύχτα
Μιλά στον τρόμο του άπιστου.
Αυτός που θα πληγώσει έναν τρυποφράχτη
Δεν θα αγαπηθεί ποτέ από άνθρωπο
Αυτός που στο βόδι θυμό προκάλεσε
Δεν θα αγαπηθεί ποτέ από γυναίκα.
Το αχαλίνωτο αγόρι που σκοτώνει τη μύγα
θα νιώσει την αγριότητα της αράχνης
Αυτός που βασανίζει το δαιμόνιο του σκαραβαίου
Υφαίνει κλήματα σε ατέλειωτη νύχτα.
Η κάμπια πάνω στο φύλλο
Σου επαναλαμβάνει τη θλίψη της μητέρας της
Μην σκοτώνεις ούτε το σκόρο, ούτε την πεταλούδα
Διότι η τελική κρίση πλησιάζει.
Αυτός που θα εκπαιδεύσει άλογο για πόλεμο
Δεν θα περάσει ποτέ το αντιδιαμετρικό εμπόδιο
Το σκύλο του ζητιάνου και τη γάτα της χήρας
Τάισε τα και θα παχύνεις.
Η σκνίπα που τραγουδά το τραγούδι του καλοκαιριού
Παίρνει δηλητήριο από τη γλώσσα του συκοφάντη
Το δηλητήριο του φιδιού και της σαλαμάνδρας
Είναι ο ιδρώτας του ποδιού της ζήλιας.
Το δηλητήριο της μέλισσας
Είναι η ζήλια του καλλιτέχνη.
Το ένδυμα του πρίγκηπα και τα κουρέλια του ζητιάνου
Είναι δηλητηριώδη μανιτάρια στα σακούλια του φιλάργυρου
Μια αλήθεια ειπωμένη με κακό σκοπό
Νικάει όλα τα ψέματα που μπορείς να επινοήσεις.
Είναι σωστό, έτσι έπρεπε να είναι
Ο άνθρωπος έγινε για την χαρά και την λύπη
Και όταν αυτό εμείς σωστά γνωρίζουμε
Τον κόσμο με ασφάλεια διασχίζουμε.
Χαρά και λύπη είναι τέλεια υφασμένα,
Μια ενδυμασία για τη θεϊκή ψυχή.
Κάτω από κάθε θλίψη και πεύκο
Τρέχει μια χαρά με μεταξωτό νήμα.
Το μωρό είναι κάτι περισσότερο από φασκιά
Σε όλα αυτά τα ανθρώπινα κράτη
Φτιάχτηκαν εργαλεία, και ανθρώπινα χέρια γεννήθηκαν
Κάθε αγρότης καταλαβαίνει.
Κάθε δάκρυ από κάθε μάτι
Γίνεται ένα μωρό στην αιωνιότητα.
Αυτό συλλαμβάνεται από τη λαμπρότητα του θηλυκού
Και επιστρέφει στη δική του απόλαυση.
Το βέλασμα, το αλύχτισμα, το μούγκρισμα και ο βρυχηθμός
Είναι κύματα που σκάνε στην ακτή του Ουρανού.
Το μωρό που κλαίει κάτω από την βέργα
Γράφει την εκδίκηση στα βασίλεια του θανάτου
Τα κουρέλια του ζητιάνου, κυματίζοντας στον αέρα,
Σχίζουν κουρελιάζοντας τους Ουρανούς.
Ο στρατιώτης, οπλισμένος με σπαθί και όπλο
Παραλυμένος χτυπά ο καλοκαιρινός ήλιος.
Το φαρδίνι του φτωχού αξίζει περισσότερο
Από όλο το χρυσό στις ακτές της Αφρικής.
Μισό φαρδίνι στυμμένο από τα χέρια του εργάτη
Θα αγοράσει και θα πουλήσει τις εκτάσεις του φιλάργυρου
Ή, αν προστατεύεται από ψηλά
Και αυτό ολόκληρο το έθνος πουλά και αγοράζει.
Αυτός που εμπαίζει την πίστη του βρέφους
Θα εμπαιχτεί σε μεγάλη ηλικία και στο θάνατο.
Αυτός που θα διδάξει το παιδί να αμφιβάλλει
Από το σάπιο τάφο ποτέ δεν θα ξεφύγει.
Αυτός που σέβεται την πίστη του βρέφους
Θριαμβεύει πάνω στην κόλαση και στο θάνατο.
Τα παιχνίδια του παιδιού και η λογική του γέροντα
Είναι οι καρποί των δύο εποχών.
Ο ερωτών, που κάθεται έτσι πονηρός,
Ποτέ δεν ξέρει πώς να απαντήσει.
Αυτός που απαντά με τα λόγια της αμφιβολίας
Σβήνει το φως της γνώσης.
Το ισχυρότερο δηλητήριο που έχουμε γνωρίσει
Προέρχονταν από το δάφνινο στέμμα του Καίσαρα.
Το τίποτα μπορεί να παραμορφώσει το ανθρώπινο γένος
Όπως το σιδερένιο στήριγμα της πανοπλίας.
Όταν ο χρυσός και οι πολύτιμοι λίθοι κοσμούν το άροτρο,
Η ζήλια θα προσκυνήσει τις ειρηνικές τέχνες.
Ένα αίνιγμα, ή η κραυγή του τριζονιού,
Είναι μια ταιριαστή απάντηση στην αμφιβολία.
Η ίντσα του μυρμηγκιού και το μίλι του αετού
Κάνει την ανάπηρη φιλοσοφία να χαμογελάσει.
Αυτός που αμφιβάλλει από αυτό που βλέπει
Ποτέ δεν θα πιστέψει, κάνε αυτό που σ’ ευχαριστεί.
Αν ο ήλιος και το φεγγάρι αμφέβαλλαν
Αμέσως θα έσβηναν.
Το να έχεις πάθος μπορεί να σου κάνει καλό,
Αλλά δεν υπάρχει καλό αν το πάθος είναι μέσα σου.
Η πόρνη και χαρτοπαίκτης, από το κράτος
Αδειοδοτημένοι, οικοδομούν τις τύχες του έθνους.
Η κραυγή της πόρνης από δρόμο σε δρόμο
Θα υφάνει το σάβανο της παλιάς Αγγλίας.
Η κραυγή του νικητή, η κατάρα του ηττημένου,
Χορεύουν μπροστά από την νεκροφόρα της νεκρής Αγγλίας.
Κάθε νύχτα και κάθε αυγή
Μερικοί στη μιζέρια γεννιούνται,
Κάθε αυγή και κάθε νύχτα
Μερικοί γεννιούνται σε γλυκιά απόλαυση.
Μερικοί γεννιούνται σε γλυκιά απόλαυση,
Μερικοί γεννιούνται στην ατελείωτη νύχτα.
Οδηγούμαστε στο να πιστεύουμε ένα ψέμα
Όταν βλέπουμε όχι με το μάτι,
Το οποίο γεννήθηκε σε μια νύχτα για να χαθεί σε μια νύχτα,
Όταν η ψυχή κοιμόταν στις ακτίνες του φωτός.
Ο Θεός φαίνεται, και ο Θεός είναι φως,
Σε αυτές τις φτωχές ψυχές που κατοικούν στην νύχτα.
Μόνο η ανθρώπινη μορφή φανερώνεται,
Σ’ αυτούς που κατοικούν στα βασίλεια της ημέρας.

W. Blake

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2021

Η αναχώρηση

Κατιφέδες, χρυσάνθεμα, βασιλικά και αρμπαρόριζες,
θαρρούσε κανείς πως ανθίζανε στο λιτό φέρετρό σου,
ως να ρέαν στο βάθος του νερό και πρωί.
Μόλις που αφήναν να ξεβγαίνει από μέσα τους
το πρόσωπό σου, απαλό, γλυκό, αστιγμάτιστο,
χωρίς ίχνος τύψης, σαν φεγγαράκι.
Το κορμί σου λιανό σαν σπαθάκι αγγέλου,
το φέρετρό σου μακρύ, καθώς το πηγαίνανε
πάνω στους ώμους τους, μες στο φθινόπωρο,
κάτω απ' τα δέντρα, δεν έδειχνε θάνατο.
Οι δουλειές σου τελειώσανε. Ζύμωσες, έπλυνες,
συγύρισες όσο περνούσε απ' το χέρι σου
τούτο τον κόσμο. Πόνεσες, γέννησες.
Άφησες μες στην ψυχή μου το γάλα σου.
Μέσ' απ' του ήλιου το μάτι που έφεγγε πάνω σου,
σ' έβλεπε ο Κύριος να φεύγεις χαρούμενη.
...........Δε θήλασες πάνω στην άμμο.

Ν. Βρεττάκος

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2021

Η εορτή των άνθεων


Κ’ οι προετοιμασίες της γιορτής συνεχίζονταν
με λιγότερες τώρα συζητήσεις, με περισσότερη σιωπή και στόχαση,
ίσως και με λιγότερη ευθυμία- αισθητά λιγότερη.
«Ας είμαστε έτοιμοι» έλεγαν μονάχα.
Όμως κάτω απ’ αυτή τη θετική σιωπή και σοβαρότητα, μάντευες
πως στη γιορτή θα ξεσπούσε πολλαπλάσια η ευθυμία.
Κι όχι μόνο το μάντευες, μα το ‘βλεπες κιόλας στα μάτια τους
ιδίως το λιόγερμα. Όταν οι εργάτες σχόλαγαν απ’ τη δουλειά τους,
τα μάτια τους σπιθίζαν/ μυστικά και βαθιά,
μα όχι, γι’ αυτό λιγότερο φλόγινα/ όπως την ώρα της δύσης
τα τζάμια της συνοικίας, όταν τα βλέπεις απ’ τον κάτω δρόμο,
μενεξελιά, χρυσά και βυσινιά, και πάνω απ’ όλα ρόδινα,
ρόδινα, τόσο ρόδινα μ’ ένα άλλο ρόδινο
σα να φωτίζονταν τα τζάμια από μέσα
σα να φωτίζονταν οι άνθρωποι από μέσα
σα να γδυνόταν η άνοιξη μέσα στα σπίτια
κι απ’ όξω εσύ, να ‘βλεπες πίσω από το τζάμι
ρόδινο, βαθυρόδινο πότε το στήθος της
πότε το χέρι της, τα γόνατά της, την κοιλιά της.
Ο καιρός, όλο ξαστέρωνε. Βρισκόμασταν
στα μέσα του Μάη του ’57 ή ’67 (δεν καλοθυμάμαι)
κ’ η ανθισμένη συνοικία, και πιο κάτω
η πολιτεία ολάκερη, και πιο κάτω
η θάλασσα του Φαλήρου, και πιο πέρα
η Σαλαμίνα κ’ η Αίγινα, κι όλο πιο πέρα
όλα φεγγοβολούσαν στη λιακάδα
κ’ οι αιώνες κ’ οι κολυμβητές κ’ οι γλάροι
αλλάζανε θέσεις και φώτα, ανταλλάζανε
χειρονομίες και συνήθειες, παίζανε,
και με μια μόνο βουτιά, με μιαν ανάσα,
περνούσαν πάνω ή κάτω απ’ τα νησιά. Κι όλα τούτα
στα τέλη του Μάη του ’57 ή ’67. Σκεφτείτε παραπέρα –
Κι ο Πέτρος έπιασε απ’ το μπράτσο το Βασίλη και προχώρησαν
ενώ ο ζευγαρωμένος ίσκιος τους στην άσφαλτο
ήταν κιόλας ένα τετράτροχο άρμα της γιορτής-
αν όχι εκείνο της Αιώνιας Νεότητας
τουλάχιστο της Φιλίας και της Ενότητας,- το ίδιο κάνει.
Γιατί, όπως έλεγε πάλι ο Βασίλης, κοιτάζοντας τον Πέτρο:
«η φιλία είναι η αιώνια νεότητα
κι αν είναι πάντα νέος ο ήλιος, αυτό γίνεται
γιατί είναι φίλος μας, ο ήλιος πιο λαμπρός
πάνω απ’ τη συνοικία, την πολιτεία, τον κόσμο
όσο τη μέρα εκείνη του ’57 ή ’67, στις 28 του Μάη.
Σκεφτείτε παραπέρα -”

Γ. Ρίτσος