Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Ήρωας

Με παραινέσεις η δέσποινα του κάστρου μ' έβαζε 
να κλαίω σε όλες του τις κάμαρες. 
Δεν τη γνώριζα, 
αλλά την αγάπησα με έρωτα πικρό 
ωσάν όλες μου οι κακοτυχίες να οφείλονταν 
στο ότι κάποτε έλυσε την κόμη της 
από πάνω μου και με τύλιξε μαύρο σκοτάδι.

Τώρα ήτανε πιά αργά.
Μπαίνουμε, προχωράμε 
στις νεκρές προσωπογραφίες ανάμεσα, 
και τα βήματά μας 
ακούγονταν σαν να κατεβαίναμε κάπου 
να χτυπήσουμε την πόρτα 
της θλιβερής τιμής και δόξας, 
του τυφλού λαβύρινθου, 
ενώ η μόνη αλήθεια ήταν η λήθη.

Γι' αυτό και σε κάθε αίθουσα 
η σιωπή ήταν υγρή 
και η σκληρή κυρία του κάστρου 
κι εγώ, ο μαύρος μάρτυρας, 
επιπλέαμε εντελώς διστακτικά 
μέσα σ' εκείνο το ψύχος, 
και η κόμη της άγγιζε την οροφή· 
κι από πάνω ο βρόμικος χρυσός
των παλιών σαλονιών 
εθάμπωνε απ' τα γυμνά της πόδια.

Η πυκνή σφραγίδα της σιωπής 
των παρωχημένων αιθουσών 
αν και με τάραζε, εγώ πάλευα 
στο όνομα της φυσικής αντίδρασης 
της καθαρής και άμικτης φύσης, 
αλλά η πυργοδέσποινα 
με προσκαλούσε από τα βάθη της 
να συνεχίζω να περπατώ 
στα σκισμένα χαλιά, 
σε κάθε διάδρομο να κλαίω·
ήρθαν και ώρες αίθριες και άδειες, 
χωρίς τροφή και δίχως λόγια- 
όλα είχαν περάσει ή ήταν όνειρο μάταιο 
ή ο χρόνος
δεν μας αναγνώριζε πιά 
και, σαν ψάρια πιασμένοι εμείς στο δίχτυ του, 
ήμασταν δυό φυλακισμένοι σ᾽ ένα κάστρο ασάλευτο μέσα.

Τις ώρες εκείνες τις κρατάω στα χέρια μου 
και τις φυλάω σαν πέτρες ή σαν στάχτες 
χωρίς να ρωτάω τίποτ᾽ άλλο πιά τις αναμνήσεις μου. 
Αν όμως η πλανώμενη μοίρα μου 
με φέρνει στο τείχος του κάστρου, 
εγώ φορώ το προσωπείο μου, 
επιταχύνω
το βήμα μου φτάνοντας δίπλα στην τάφρο, 
τα όρια της ολέθριας λίμνης περνάω 
και φεύγω δίχως να κοιτάζω πίσω· 
μπορεί οι μπούκλες της να έπεσαν ξανά απ' το μπαλκόνι
και με τον οξύ της θρήνο να προσπάθησε 
να με κρατήσει εκεί.

Γι' αυτό κι εγώ, ο πανούργος κυνηγός, 
το δάσος διασχίζω φορώντας τη μάσκα μου.

P. Neruda 

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

Περικοπές από ένα απόκρυφο ευαγγέλιο


3. Δυστυχισμένοι οι πτωχοί τῷ πνεύματι, γιατί έτσι όπως ήταν πάνω στη γη, θα είναι και κάτω απ' τη γη.
4. Δυστυχισμένοι όσοι θρηνούν, γιατί πια απόκτησαν τη θλι βερή συνήθεια του θρήνου.
5. Μακάριοι όσοι ξέρουν πως ο πόνος δεν είναι στεφάνι δόξας
6. Δεν αρκεί να 'σαι ο έσχατος για να γίνεις κάποια τος. Η μέρα ο πρώ-
7. Ευτυχισμένος όποιος δεν επιμένει πως έχει δίκιο, γιατί κανείς δεν έχει, ή έχουν όλοι.
8. Ευτυχισμένος όποιος συγχωρεί τους άλλους καθώς κι εκεί-νος που συγχωρεί τον ίδιο τον εαυτό του.
9. Ευλογημένοι οι ειρηνοποιοί, γιατί δεν θα καταδεχτούν τη διχόνοια.
10. Ευλογημένοι όσοι δεν διψούν για δικαιοσύνη, επειδή ξέ-ρουν πως η μοίρα μας, αντίδικη ή σπλαχνική, είναι έργο της τύχης, της ανεξιχνίαστης.
11. Ευλογημένοι οι ελεήμονες, γιατί η ευτυχία τους είναι να ελεούν κι όχι να περιμένουν την ανταπόδοση.
12. Ευλογημένοι όσοι έχουν καθαρή καρδιά, γιατί βλέπουν τον Θεό.
13. Ευλογημένοι όσοι καταδιώκονται για χάρη του δίκιου, γιατί τους νοιάζει περισσότερο το δίκιο απ' ό,τι η ανθρώπινη μοίρα τους.
14. Κανείς δεν είναι το αλάτι της γης, μα και κανένας δεν υπάρ χει που να μην υπήρξε σε κάποια στιγμή της ζωής του.
15. Ν' ανάβει το φως του λυχναριού κι ας μην το βλέπει κανέ-νας. Θα το δει ο Θεός.
16. Δεν υπάρχει εντολή που να μην παραβαίνεται, ακόμα και αυτά που λέω, κι αυτά που λένε οι προφήτες.
17. Εκείνος που σκοτώνει κινημένος απ' το δίκιο, ή από κείνο που πιστεύει για δίκιο, δεν είναι ένοχος.
18. Οι ανθρώπινες πράξεις δεν αξίζουν ούτε κόλαση ούτε ουρανούς.
19. Να μη μισείς τον εχθρό σου, γιατί αν το κάνεις, γίνεσαι κατά κάποιον τρόπο σκλάβος του. Το μίσος δεν θα σε ικανο ποιήσει περισσότερο απ' όσο η γαλήνη σου.
20. Αν σε βάλει σε πειρασμό το δεξί σου χέρι, συγχώρεσέ του είσαι και σώμα και ψυχή και είναι δύσκολο, αν όχι αδύ νατο, να καθορίσεις το όριο που τα διαχωρίζει.
24. Να μη μεγαλοποιείς τη λατρεία της αλήθειας· δεν υπάρχει άνθρωπος που μέσα σε μια μονάχα μέρα να μην είπε ψέματα αρκετές φορές, έχοντας κάθε δίκιο.
25. Να μην ορκίζεσαι, γιατί ο όρκος είναι μονάχα έμφαση.
26. Να αντιστέκεσαι στο κακό, αλλά χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Σ' αυτόν που θα σου χτυπήσει το δεξί μάγουλο, μπορείς να του γυρίσεις και το άλλο, φτάνει να μην είναι ο φόβος που σ' το γυρίζει.
27. Εγώ δε μιλώ ούτε για εκδίκηση ούτε για συγγνώμη· η λη σμονιά είναι η μόνη εκδίκηση και η μοναδική συγγνώμη,
28. Το να κάνεις καλό στον εχθρό σου μπορεί να είναι πράξη δι καιοσύνης και δεν είναι δύσκολο: να τον αγαπάς όμως, δεν είναι πράξη ανθρώπου, είναι πράξη αγγέλου.
29. Κάνοντας καλό στον εχθρό σου, έχεις βρει τον καλύτερο τρόπο να ικανοποιήσεις τη ματαιοδοξία σου.
30. Να μη μαζεύεις πλούτη εδώ στη γη, γιατί τα πλούτη γεν νούν την απραξία, κι η απραξία την κατάθλιψη και την ανία.
31. Σκέψου ότι οι άλλοι είναι δίκαιοι, ή ότι θα μπορούσαν να είναι και πως, αν αυτό δεν ισχύει, το λάθος δεν είναι δικό σου.
32. Ο Θεός είναι πιο γενναιόδωρος από τους ανθρώπους, και θα τους προσμετρήσει με άλλα μέτρα.
33. Δώσε τα άγια στα σκυλιά και ρίξε τα μαργαριτάρια σου στους χοίρους· αυτό που έχει σημασία είναι να δίνεις.
34. Ψάχνε, μόνο για να 'χεις τη χαρά να ψάχνεις και όχι για τη χαρά να βρίσκεις...
39. Η πύλη είναι εκείνη που διαλέγει, όχι ο άνθρωπος.
40. Μην κρίνεις το δέντρο από τους καρπούς του ούτε τον άν-θρωπο από τα έργα του· μπορούσαν να 'ναι και καλύτερα ή χειρότερα.
41. Τίποτα δεν χτίζεται πάνω στην πέτρα, όλα πάνω στην άμμο χτίζονται, όμως το χρέος μας είναι να χτίζουμε σα να 'τανε η άμμος πέτρα...
47. Ευτυχισμένος όποιος είναι φτωχός δίχως πίκρα και όποιος είναι πλούσιος δίχως αλαζονεία.
48. Ευτυχισμένοι οι γενναίοι, αυτοί που δέχονται με τον ίδιο τρόπο τη συμφορά ή τις δάφνες.
49. Ευτυχισμένοι όσοι συγκρατούν στη μνήμη τους λόγια του Βιργίλιου ή του Χριστού, γιατί τα λόγια αυτά θα φωτί-ζουν τη ζωή τους.
50. Ευτυχισμένοι όσοι αγαπιούνται κι όσοι αγαπούν κι όσοι μπορούν να ξεπεράσουν την αγάπη.
51. Ευτυχισμένοι οι ευτυχείς.

J. Borges

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

Και ξαφνικά μπαλάντα

Θα μπορούσε όντως να έχει ξανάρθει 
σαν άρωμα ή σαν φόβος, σαν ξένος 
που δεν καλοξέρει τον δρόμο ή το σπίτι.
Θα μπορούσε όντως, τόσο αργά, και ακόμα αργότερα,
στα δύο να έχει ανοιχτεί η ζωή, και από τη ρήξη της 
κάτι να γεννιέται τώρα στο βάθος-βάθος 
αυτού που ήταν πρώτα στάχτη, 
για να τρέμει έπειτα το ποτήρι με το νέο κρασί 
που πέφτει και βάζει φωτιά. Αχ, θα είναι το ίδιο ακριβώς 
όπως και χθες, περπατώ χωρίς οδοδείκτες, χωρίς φανάρια, 
και τ' αστέρια φλογίζονται από φρεσκάδα 
γιασεμιών ανάμεσα σε σένα και τη νύχτα, 
αχ! είναι κάτι που προϋποθέτει τη χαρά 
που απορρίφθηκε εσπευσμένα 
και τούτο δηλώνει, χωρίς κανείς να το ακούει,
πως δεν υπάρχει παραίτηση. Και υψώνεται και πάλι σημαία 
στους καμένους πύργους.
Αχ έρωτα, αχ έρωτα του αιφνιδιασμού και της φοβέρας, 
ξαφνικέ, σκοτεινέ εσύ έρωτα, ανατριχιάζει 
η μνήμη, και αράζει 
το ασημένιο πλοίο, 
στην πρωινή προκυμαία· 
ομίχλη και αφρός σκεπάζουν τις ακτές,
κραυγή τεράστια από το διάστημα τραβάει προς τα νησιά, 
ενώ στη μέση της πληγωμένης πύλης του ωκεανού
στέκεται η αγάπη μου με το νυφικό της όλο από κρίνα, 
έτοιμη όντας να σαλπάρουμε. Δες τους βοστρύχους της: 
είναι δυό καθαροί καταρράκτες κάρβουνο,
δυό μαύρα φτερά με των χελιδονιών πανόμοια,
δυό βαριές νικηφόρες καδένες.
Στην τελετή του αρραβώνα είναι εκείνη 
και περιμένει, στεφανωμένη από τη θάλασσα, 
στης φαντασίας την προκυμαία.

P. Neruda 

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Η μορφή της Μοίρας


Ιστορισμένα παραμύθια στην καρδιά μας
σαν ασημένια σκούνα μπρος στο τέμπλο
μιας άδειας εκκλησιάς, Ιούλιο στο νησί.
Γ. Σ.

Η μορφή της μοίρας πάνω απ’ τη γέννηση ενός παιδιού,
γύροι των άστρων κι ο άνεμος μια σκοτεινή βραδιά του Φλεβάρη,
γερόντισσες με γιατροσόφια ανεβαίνοντας τις σκάλες που τρίζουν
και τα ξερά κλωνάρια της κληματαριάς ολόγυμνα στην αυλή.

Η μορφή πάνω απ’ την κούνια ενός παιδιού μιας μοίρας μαυρομαντιλούσας
χαμόγελο ανεξήγητο και βλέφαρα χαμηλωμένα και στήθος άσπρο σαν το γάλα
κι η πόρτα που άνοιξε κι ο καραβοκύρης θαλασσοδαρμένος
πετώντας σε μια μαύρη κασέλα το βρεμένο σκουφί του.

Αυτά τα πρόσωπα κι αυτά τα περιστατικά σ’ ακολουθούσαν
καθώς ξετύλιγες το νήμα στην ακρογιαλιά για τα δίχτυα
κι όταν ακόμη αρμενίζοντας δευτερόπριμα κοίταζες το λάκκο των κυμάτων·
σ’ όλες τις θάλασσες, σ’ όλους τους κόρφους
ήταν μαζί σου, κι ήταν η δύσκολη ζωή κι ήταν η χαρά.

Τώρα δεν ξέρω να διαβάσω παρακάτω,
γιατί σε δέσαν με τις αλυσίδες, γιατί σε τρύπησαν με τη λόγχη,
γιατί σε χώρισαν μια νύχτα μέσα στο δάσος από τη γυναίκα
που κοίταζε στυλώνοντας τα μάτια και δεν ήξερε καθόλου να μιλήσει,
γιατί σου στέρησαν το φως το πέλαγο το ψωμί.

Πώς πέσαμε, σύντροφε, μέσα στο λαγούμι του φόβου;
Δεν ήταν της δικής σου μοίρας, μήτε της δικής μου τα γραμμένα,
ποτές μας δεν πουλήσαμε μήτε αγοράσαμε τέτοια πραμάτεια·
ποιός είναι εκείνος που προστάζει και σκοτώνει πίσω από μας;

Άφησε μη ρωτάς· τρία κόκκινα άλογα στ’ αλώνι
γυρίζουν πάνω σ’ ανθρώπινα κόκαλα κι έχουν τα μάτια δεμένα,
άφησε μη ρωτάς, περίμενε· το αίμα, το αίμα
ένα πρωί θα σηκωθεί σαν τον αϊ-Γιώργη τον καβαλάρη
για να καρφώσει με το κοντάρι πάνω στο χώμα το δράκοντα.

Γ. Σεφέρης 

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Κοσμογονία

Ούτε σκοτάδι ούτε χάος. 
Στο σκοτάδι πρέπει να υπάρχουν μάτια 
για να βλέπουν πως υπάρχει, 
όπως και για τη σιωπή και για τον ήχο αυτιά, 
όπως χρειάζεται ο καθρέφτης τη μορφή που περιέχει. 
Ούτε χώρος, ούτε χρόνος. Ούτε καν 
κάποια θεότητα που να προνόησε 
την αρχέγονη σιωπή της αρχικής νύχτας 
του χρόνου, που θα είναι αέναος. 
Το μεγάλο ποτάμι του Σκοτεινού Ηράκλειτου 
δεν έχει αρχίσει την αμετάκλητη ροή του 
που από το παρελθόν ξεχύνεται στο μέλλον, 
κι από τη λησμονιά κυλάει στη λησμονιά. 
Κάποιος υποφέρει. Κάποιος ικετεύει. 
Και ύστερα η ιστορία του κόσμου. Τώρα.

J. Borges

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026

Ίσως έχουμε χρόνο

Ίσως έχουμε ακόμα χρόνο 
για να υπάρχουμε και να είμαστε δίκαιοι. 
Χτες, εντελώς παρεμπιπτόντως, 
πέθανε η αλήθεια, 
και μολονότι το ξέρει ο κόσμος όλος, 
κανείς δεν το λέει, οι πάντες το κρύβουν· 
λουλούδια ούτ᾽ ένας δεν έστειλε· 
έχει ήδη πεθάνει και κανένας δεν κλαίει.

Μπορεί μεταξύ λήθης και λύπης 
να έχουμε την ευκαιρία 
λίγο πριν απ' την ταφή 
του θανάτου μας και της ζωής μας 
να βγούμε βόλτα από δρόμο σε δρόμο, 
από θάλασσα σε θάλασσα, από λιμάνι σε λιμάνι, 
από κορδιγιέρα σε κορδιγιέρα, 
και κυρίως από άνθρωπο σε άνθρωπο, 
και να βρούμε αν τη σκοτώσαμε εμείς 
ή αν τη σκότωσαν άλλοι, 
αν ήσαν εχθροί μας οι δολοφόνοι 
ή αν ήταν η αγάπη μας αυτή που διέπραξε το έγκλημα, 
γιατί, μιάς και η αλήθεια είναι πλέον νεκρή, 
μπορούμε εμείς να είμαστε δίκαιοι τώρα.

Πριν έπρεπε να χτυπηθούμε 
με όπλα σκοτεινού διαμετρήματος 
και, τραυματιζόμενοι, ξεχνάγαμε τον εαυτό μας, 
για ποιόν σκοπό παλεύαμε.

Ποτέ δεν μαθεύτηκε από που ήρθε 
το αίμα που μας τύλιξε, 
κατηγορούσαμε ασταμάτητα, 
όπως και ασταμάτητα κατηγορούμασταν, 
υπέφεραν οι άλλοι μα υποφέραμε κι εμείς, 
και όταν πιά εκέρδιζαν εκείνοι, 
κερδίζαμε κι εμείς -
η αλήθεια έχει πεθάνει 
είτε από βαθιά γεράματα είτε διά της βίας.
Τίποτα δεν υπάρχει τώρα να κάνουμε: 
τη μάχη την έχουμε όλοι μας χάσει.

Γι' αυτό νομίζω ότι ίσως 
μπορέσουμε επιτέλους να είμαστε δίκαιοι 
ή τελικώς να υπάρχουμε: 
έχουμε αυτή την τελευταία στιγμή 
και ύστερα από χίλια χρόνια δόξας 
μπορεί και να μην υπάρχει πιά ή να μην ξαναγυρίσει.

P. Neruda

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

Σ' έναν ελάσσονα ποιητή της Ανθολογίας

Τι να 'χει απογίνει τάχα η ανάμνηση των ημερών 
που έζησες εδώ πάνω στη γη και σου υφαίναν 
την πίκρα ή τη χαρά, κι ήταν ο κόσμος σου;

Όλα αυτά χάθηκαν μέσα στο αεικίνητο ποτάμι 
των χρόνων· κι είσαι πια ένα λήμμα σ' ένα ευρετήριο.

Σ' άλλους έδωσαν οι θεοί αιώνια δόξα, 
επιγραφές ή προτομές, μνημεία, σχολαστικούς ιστορικούς· 
για σένα, άγνωστέ μου φίλε, ένα μονάχα ξέρουμε: 
πως κάποιο βράδυ άκουσες τ' αηδόνι.

Ανάμεσα στα σκοτεινά ασφοδίλια, ο άδειος ίσκιος σου 
θα στοχάζεται πως οι θεοί δεν του σταθήκαν γενναιόδωροι.

Οι μέρες όμως είναι ένα πλέγμα από ασήμαντες δυστυχίες· 
και μήπως υπάρχει μοίρα καλύτερη απ' τη στάχτη 
που αποτελεί το υλικό της λησμονιάς;

Άλλους, τους καταυγάζουν οι θεοί 
με το αμείλικτο φως της δόξας, που εξερευνά τα σπλάχνα μας 
λογαριάζοντας και την παραμικρή χαραματιά, 
το φως της δόξας που, στο τέλος, αφήνει και μαραίνεται 
το ίδιο ρόδο που πριν λίγο εξυμνούσε· 
μ' εσένα στάθηκαν πιο σπλαχνικοί, αδελφέ μου.

Στην έκσταση ενός δειλινού που ποτέ δε νυχτώνει 
ακούς ένα κελάηδισμα: του Θεόκριτου τ' αηδόνι.

J. Borges

Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Δάσος

Να ξαναθάψω εζήτησα 
του θαμμένου δέντρου τη ρίζα· 
μου εφάνηκε πως στον αέρα 
εκείνη η κόμη η σκληρή 
ήταν όλος του διαβάτη ο πόνος· 
και όταν την έβαλα στο χώμα, 
αυτή σαν χέρι ερίγησε, 
αλλά και πάλι, ίσως, τούτη τη φορά 
εγύρισε να ζήσει με τις άλλες ρίζες.

Είμαι από εκείνη τη χαμένη φυλή 
που ζει κάτω απ' την καμπάνα του κόσμου· 
δεν χρειάζομαι μάτια εγώ, 
την πατρίδα μου εμένα την ορίζει η πείνα, 
το τυφλό νερό με ταίζει, με τρέφει.

Από το παλιωμένο δάσος 
στράγγιξα έπειτα την καλοσύνη 
με τις θύελλες ή με τις εποχές· 
εκοίταξα προς τα πάνω και βαθιά καταμέσα 
ωσάν να με παραμονεύανε τα πάντα· 
δεν μπορούσα να νιώσω μόνος, 
το δάσος με υπολόγιζε, με ήθελε 
για τις υπόγειες εργασίες του όλες.

Κι όταν έσκαβα, με κοιτούσαν 
των κοτυληδόνων τα φυλλώματα, 
οι τουλίπες οι επιπέταλες, 
οι σφιχταγκαλιασμένες δρύπες,
οι αποδημητικές οι πικραλίδες, 
οι οξιές οι ανάλγητες.
Εξέταζαν την ηρεμία 
των σιδηρούχων χεριών μου 
που άνοιγαν και πάλι τρύπες 
για τις αναστημένες ρίζες.

Η αμαρυλλίδα και το λούπινο 
υψώθηκαν επάνω απ' τα σβωλάρια 
μέχρι τα φύλλα και τα μάτια 
του ραουλί που με εξέλεγχε 
και του αρχέγονου και ριγηλού μαιτέν 
με τις γιρλάντες του από πράσινο νερό 
κι εγώ να διατηρώ μέσα στη ζούγκλα 
εκείνη την αναπάντητη σιωπή 
σαν άλλος μαγιορδόμος άδειος, 
δίχως εργαλεία, δίχως γλώσσα.

Το επάγγελμά μου εμένα κανείς δεν το ξέρει: 
ότι εγώ φυτεύω ρίζες 
ανάμεσα σε πράγματα που τρίζουν 
και σε πράγματα αίφνης άλλα που σφυρίζουν·
όταν οι ομόγαμοι ηλίανθοι
φτιάχνουν τους γενόσημους κύβους τους,
η ζούγκλα όλη η κολπική 
γίνεται κρασοπουλειό με χίλια αρώματα,
όπου πάω εγώ και ραντίζω τα πάντα 
αστερισμούς σκορπώντας γύρης 
ολόγυρα μες στη σιωπή την πανίσχυρη.

P. Neruda

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026

Ποίημα των δώρων

στη Μαρία Εστέρ Βάσκες

Σε δάκρυα ή παράπονα μην καταντήσει 
τέτοια απόδειξη της θεϊκής δεξιοτεχνίας 
που, με μια κίνηση εξαίσιας ειρωνείας, 
ταυτόχρονα βιβλία και νύχτα μού 'χει δωρίσει.

Δυο μάτια δίχως φως έταξε να ορίζουν 
μια πολιτεία ολόκληρη βιβλίων 
που μόνο σε βιβλιοθήκες ενυπνίων 
κάτι προτάσεις δίχως νόημα ξεχωρίζουν με κόπο. 

Η μέρα μάταια μου απλώνει 
άπειρους τόμους, καθώς ξημερώνει, 
σαν κείνες τις χαμένες αλεξανδρινές 
(απρόσιτες για πάντα πια) περγαμηνές.

Ο μύθος λέει πως στη δίψα και την πείνα 
μέσα σε κήπους τυραννιόταν και νερά 
ένας αρχαίος βασιλιάς. Κι εγώ σ' εκείνα 
τ' αόρατα συγγράμματα ψάχνω χαρά.

Ανώφελα τα ράφια αυτά προσφέρουν 
αιώνες, σύμβολα, κόσμους, κοσμογονίες 
εγκυκλοπαίδειες, άτλαντες ή δυναστείες 
που στα πελάγη του ύπνου θα σε φέρουν.

Διστακτικά, αργά αργά, με το ραβδί 
το μισοσκόταδο ερευνούσα και χανόμουν εγώ, 
που ώς και του Παραδείσου το κλειδί 
μια βιβλιοθήκη να μ' ανοίγει φανταζόμουν.

Κάτι τα ορίζει όλ' αυτά, δίχως αμφιβολία, 
και που μονάχα η λέξη τύχη δε μου φτάνει. 
Σ' ἐν' άλλο απόγευμα, μουντό, κι άλλος θα κάνει 
παρόμοιες σκέψεις μες στα σκοτεινά βιβλία.

Γυρνώντας στους απέραντους διαδρόμους 
ένα αόριστο, ιερό δέος με πιάνει 
πως είμαι ο άλλος, που δε ζει, και ξανακάνει 
τα ίδια βήματα ακριβώς, στους ίδιους χρόνους.

Ποιος απ' τους δύο αυτό το ποίημα γράφει 
μ' ένα πολύμορφο εγώ μα μια σκιά μονάχα; 
Τι σημασία έχει ποια λέξη με ορίζει 
τάχα αφού η μοίρα ό,τι γράφει δεν ξεγράφει;

Ο Μπόρχες είναι ή ο Γκρουσσάκ που αντικρίζει 
τ' αγαπημένο σύμπαν ν' αργοσβήνει; 
Στάχτη ακαθόριστη, χλωμή, πάει να γίνει 
και όνειρο ή, μάλλον, λήθη, τελικά, θυμίζει.

J. Borges

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

Το βράδυ της γιορτής

Γλυκιά και φωτεινή είναι η νύχτα
δίχως άνεμο και ήσυχη πάνω στις σκεπές 
ανάμεσα στα περιβόλια κάθεται η σελήνη,
από μακριά αποκαλύπτοντας γαλήνια τα βουνά.
Δέσποινά μου, ήδη έχουν σιγήσει οι δρόμοι
και φώτα λιγοστά 
φέγγουν απʼ τα μπαλκόνια: κοιμάσαι, 
ευθύς σε πήρε ο ύπνος
στα σιωπηλά σου δώματα κι έγνοια καμιά
δεν σε δαγκώνει, 
χωρίς να ξέρεις και χωρίς να σκέπτεσαι 
τι πληγή μου άνοιξες στα στήθη.
Κοιμήσου, εσύ: αυτόν τον ουρανό εγώ,
που δείχνει τόσο αθώος, να χαιρετήσω βγαίνω,
την αιώνια και παντοδύναμη φύση
που μʼ έπλασε για την οδύνη. 
Σου αρνούμαι την ελπίδα, μου λεει, ως και την ελπίδα:
να μην λάμπουν τα μάτια σου παρά μόνον στα δάκρυα. 
Ημέρα γιορτής η σήμερον: αναπαύεσαι τώρα, 
κι ίσως σαν όνειρο περνά απʼ το μυαλό σου,
σε πόσους άρεσες και πόσοι σου άρεσαν:
εμένα, όχι δεν τολμώ να ελπίσω πως με σκέπτεσαι.
Αναρωτιέμαι ωστόσο, πόσο μου απομένει
να ζήσω κι εδώ χάμω κυλιέμαι, 
φωνάζω και τρέμω. 
Ω, φρικτές ημέρες της τρυφερής ηλικίας! 
Αχ, ακούω να πλησιάζει ήδη, 
το μοναχικό άσμα του τεχνίτη
που επιστρέφει προχωρημένα μεσάνυχτα
μετά τη διασκέδαση, στο φτωχικό του σπίτι:
ανελέητα σφίγγεται η καρδιά μου, στη σκέψη
πως όλα περνούν σε αυτόν τον κόσμο,
χωρίς σχεδόν να αφήσουν ίχνος. Ιδού,
πέρασε κι η γιορτή, μετά τη σχόλη έρχεται
η καθημερινή και κάθε ανθρώπινο συμβάν
ο χρόνος παρασέρνει. 
Πουʼναι τώρα, ο ήχος των αρχαίων λαών; 
Πουʼναι οι φωνές των ξακουστών προγόνων μας; 
η μεγάλη αυτοκρατορία κάποιας Ρώμης, 
τα άρματα και οι κλαγγές που απλώθηκαν 
πάνω σε γη και θάλασσες;
Όλα ησυχάζουν και σιωπούν, ο κόσμος αναπαύεται,
κανενός τη σκέψη πλέον δεν απασχολούν…
Στα παιδικά μου χρόνια, λαχταρούσα να έρθει
κάποια γιορτή κι όταν περνούσε, όπως η σημερινή
γεμάτος αγωνία κι άγρυπνος ταλαιπωρούσα
τις κουβέρτες: νύχτα προχωρημένη, ένα τραγούδι
που αντηχούσε στους δρόμους κι αργόσβηνε
όπως και τώρα, αιχμάλωτη κρατούσε την καρδιά μου.

G. Leopardi

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

Διαπιστώσεις δεδομένων

Με τη δροσιά έρχεται και η σκέψη 
με τη συμφορά σηκώνεται ο νους 
με τον πόνο γράφεται η ποίηση 
με τον έρωτα πανηγυρίζει η ζωή.

Με τον κόπο αυξάνεται το πείσμα 
η δυσκολία τη δύναμη κινεί 
με την αγάπη ανοίγουν οι πόρτες 
με τη συγχώρεση γεννιέται μουσική.

Με τα έργα γίνεσαι πατέρας 
με μαθητές χρίζεσαι αρχηγός 
με το λόγο σου κερδίζεις μάχες 
με τα χέρια ψηλαφείς το άγνωστο.

Με τη σκέψη κυριαρχείς τον κόσμο 
με το βλέμμα την αλήθεια μιλάς 
με την καρδιά τις ιδέες συλλαμβάνεις 
με το σώμα σου τιμάς την ομορφιά.

W. Puchner

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

Ποίημα του συνόλου

Συλλογίζομαι τον βλοσυρό, αυστηρό ουρανό 
με τα μοναχικά κι απόμακρα φώτα 
που τόσες και τόσες νύχτες κοιτούσε ο Έμερσον 
μέσα στα χιόνια και την παγωνιά του Κόνκορντ.
Εδώ τ' αστέρια είναι αμέτρητα. 
Ο άνθρωπος είναι αμέτρητος. Ατέλειωτες 
γενιές πουλιά και έντομα, 
πλουμιστοί ιαγουάροι και φίδια, 
κλωνάρια που συμπλέκονται κι απλώνονται, 
καφές, άμμος και φύλλα 
που γέρνουν τα πρωινά και σκορπάνε 
τον τέλειο, άχρηστό τους λαβύρινθο. 
Ίσως το κάθε μυρμηγκάκι που πατάμε 
να 'ναι μοναδικό στο βλέμμα του Θεού, 
οπότε θα το λογαριάζει και αυτό 
στην εκτέλεση των ακριβέστατων νόμων 
που κυβερνούν τον παράξενο κόσμο Του.
Αν δεν ήταν έτσι, ολόκληρο το σύμπαν 
θα ήταν ένα σφάλμα κι ένα ανυπόφορο χάος.
Οι καθρέφτες του έβενου και του νερού, 
ο πολυμήχανος καθρέφτης των ονείρων, 
τα ψάρια, οι λειχήνες, τα κοράλλια,
τα σημάδια που άφησαν οι χελώνες στο χρόνο, 
οι πυγολαμπίδες κάποιας μοναδικής βραδιάς, 
οι δυναστείες της αροκάριας, 
τα καλοχαραγμένα στοιχεία ενός βιβλίου 
που δεν μπορεί να τα σβήσει η νύχτα, χωρίς αμφιβολία 
δεν είναι λιγότερο ιδιαίτερα και αινιγματικά 
από μένα, που τα συνδυάζω. Δε θα τολμούσα 
να κρίνω τη λέπρα ή τον Καλιγούλα.

J. Borges