Μετά το άλικο φως των δαυλών σε κάθιδρα πρόσωπα
Μετά την παγερή σιωπή των κήπων
Μετά την αγωνία των απολιθωμένων
Οι κραυγές και οι ολολυγμοί
Φυλακή και ανάκτορο και αντήχηση
Ανοιξιάτικης βροντής πάνω απ' τα όρη πέρα
Αυτός που ζούσε κάποτε είναι τώρα νεκρός
Εμείς που ζούσαμε κάποτε πεθαίνουμε τώρα
Με λίγη υπομονή
Δεν έχει εδώ νερό παρά μονάχα βράχια
Βράχια κι ούτε στάλα νερό κι η σκόνη του δρόμου
Ο δρόμος φιδοσέρνοντας ψηλά μες στα βουνά
Που είναι βουνά της πέτρας δίχως νερό
Αν είχε εδώ νερό θα σταματούσαμε να πιούμε
Πως να σταθείς μέσα στους βράχους η πως να σκεφτείς
Στεγνός ο ιδρώτας και τα πόδια βουλιαγμένα στην άμμο
Αν ήτανε τουλάχιστον νερό μεσ' απ' την πέτρα
Με σάπια δόντια στόμα του βουνού ανήμπορο να φτύσει
Κανένας δεν μπορεί να μείνει εδώ να γείρει η να καθήσει
Ούτε η σιγή δεν ζει μες στα βουνά
Μόνον η στέρφα η ατσάλινη βροντή χωρίς βροχή
Κι η ερημιά ούτε κι αυτή δεν είναι στα βουνά
Πρόσωπα μόνο κόκκινα σαρκάζουν και γρυλίζουν βλοσυρά
Σε πόρτες φτωχικών σπιτιών από πηλό σπασμένο
T. Eliot