Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026

Ποίημα των δώρων

στη Μαρία Εστέρ Βάσκες

Σε δάκρυα ή παράπονα μην καταντήσει 
τέτοια απόδειξη της θεϊκής δεξιοτεχνίας 
που, με μια κίνηση εξαίσιας ειρωνείας, 
ταυτόχρονα βιβλία και νύχτα μού 'χει δωρίσει.

Δυο μάτια δίχως φως έταξε να ορίζουν 
μια πολιτεία ολόκληρη βιβλίων 
που μόνο σε βιβλιοθήκες ενυπνίων 
κάτι προτάσεις δίχως νόημα ξεχωρίζουν με κόπο. 

Η μέρα μάταια μου απλώνει 
άπειρους τόμους, καθώς ξημερώνει, 
σαν κείνες τις χαμένες αλεξανδρινές 
(απρόσιτες για πάντα πια) περγαμηνές.

Ο μύθος λέει πως στη δίψα και την πείνα 
μέσα σε κήπους τυραννιόταν και νερά 
ένας αρχαίος βασιλιάς. Κι εγώ σ' εκείνα 
τ' αόρατα συγγράμματα ψάχνω χαρά.

Ανώφελα τα ράφια αυτά προσφέρουν 
αιώνες, σύμβολα, κόσμους, κοσμογονίες 
εγκυκλοπαίδειες, άτλαντες ή δυναστείες 
που στα πελάγη του ύπνου θα σε φέρουν.

Διστακτικά, αργά αργά, με το ραβδί 
το μισοσκόταδο ερευνούσα και χανόμουν εγώ, 
που ώς και του Παραδείσου το κλειδί 
μια βιβλιοθήκη να μ' ανοίγει φανταζόμουν.

Κάτι τα ορίζει όλ' αυτά, δίχως αμφιβολία, 
και που μονάχα η λέξη τύχη δε μου φτάνει. 
Σ' ἐν' άλλο απόγευμα, μουντό, κι άλλος θα κάνει 
παρόμοιες σκέψεις μες στα σκοτεινά βιβλία.

Γυρνώντας στους απέραντους διαδρόμους 
ένα αόριστο, ιερό δέος με πιάνει 
πως είμαι ο άλλος, που δε ζει, και ξανακάνει 
τα ίδια βήματα ακριβώς, στους ίδιους χρόνους.

Ποιος απ' τους δύο αυτό το ποίημα γράφει 
μ' ένα πολύμορφο εγώ μα μια σκιά μονάχα; 
Τι σημασία έχει ποια λέξη με ορίζει 
τάχα αφού η μοίρα ό,τι γράφει δεν ξεγράφει;

Ο Μπόρχες είναι ή ο Γκρουσσάκ που αντικρίζει 
τ' αγαπημένο σύμπαν ν' αργοσβήνει; 
Στάχτη ακαθόριστη, χλωμή, πάει να γίνει 
και όνειρο ή, μάλλον, λήθη, τελικά, θυμίζει.

J. Borges