Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Δάσος

Να ξαναθάψω εζήτησα 
του θαμμένου δέντρου τη ρίζα· 
μου εφάνηκε πως στον αέρα 
εκείνη η κόμη η σκληρή 
ήταν όλος του διαβάτη ο πόνος· 
και όταν την έβαλα στο χώμα, 
αυτή σαν χέρι ερίγησε, 
αλλά και πάλι, ίσως, τούτη τη φορά 
εγύρισε να ζήσει με τις άλλες ρίζες.

Είμαι από εκείνη τη χαμένη φυλή 
που ζει κάτω απ' την καμπάνα του κόσμου· 
δεν χρειάζομαι μάτια εγώ, 
την πατρίδα μου εμένα την ορίζει η πείνα, 
το τυφλό νερό με ταίζει, με τρέφει.

Από το παλιωμένο δάσος 
στράγγιξα έπειτα την καλοσύνη 
με τις θύελλες ή με τις εποχές· 
εκοίταξα προς τα πάνω και βαθιά καταμέσα 
ωσάν να με παραμονεύανε τα πάντα· 
δεν μπορούσα να νιώσω μόνος, 
το δάσος με υπολόγιζε, με ήθελε 
για τις υπόγειες εργασίες του όλες.

Κι όταν έσκαβα, με κοιτούσαν 
των κοτυληδόνων τα φυλλώματα, 
οι τουλίπες οι επιπέταλες, 
οι σφιχταγκαλιασμένες δρύπες,
οι αποδημητικές οι πικραλίδες, 
οι οξιές οι ανάλγητες.
Εξέταζαν την ηρεμία 
των σιδηρούχων χεριών μου 
που άνοιγαν και πάλι τρύπες 
για τις αναστημένες ρίζες.

Η αμαρυλλίδα και το λούπινο 
υψώθηκαν επάνω απ' τα σβωλάρια 
μέχρι τα φύλλα και τα μάτια 
του ραουλί που με εξέλεγχε 
και του αρχέγονου και ριγηλού μαιτέν 
με τις γιρλάντες του από πράσινο νερό 
κι εγώ να διατηρώ μέσα στη ζούγκλα 
εκείνη την αναπάντητη σιωπή 
σαν άλλος μαγιορδόμος άδειος, 
δίχως εργαλεία, δίχως γλώσσα.

Το επάγγελμά μου εμένα κανείς δεν το ξέρει: 
ότι εγώ φυτεύω ρίζες 
ανάμεσα σε πράγματα που τρίζουν 
και σε πράγματα αίφνης άλλα που σφυρίζουν·
όταν οι ομόγαμοι ηλίανθοι
φτιάχνουν τους γενόσημους κύβους τους,
η ζούγκλα όλη η κολπική 
γίνεται κρασοπουλειό με χίλια αρώματα,
όπου πάω εγώ και ραντίζω τα πάντα 
αστερισμούς σκορπώντας γύρης 
ολόγυρα μες στη σιωπή την πανίσχυρη.

P. Neruda