Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Ήρωας

Με παραινέσεις η δέσποινα του κάστρου μ' έβαζε 
να κλαίω σε όλες του τις κάμαρες. 
Δεν τη γνώριζα, 
αλλά την αγάπησα με έρωτα πικρό 
ωσάν όλες μου οι κακοτυχίες να οφείλονταν 
στο ότι κάποτε έλυσε την κόμη της 
από πάνω μου και με τύλιξε μαύρο σκοτάδι.

Τώρα ήτανε πιά αργά.
Μπαίνουμε, προχωράμε 
στις νεκρές προσωπογραφίες ανάμεσα, 
και τα βήματά μας 
ακούγονταν σαν να κατεβαίναμε κάπου 
να χτυπήσουμε την πόρτα 
της θλιβερής τιμής και δόξας, 
του τυφλού λαβύρινθου, 
ενώ η μόνη αλήθεια ήταν η λήθη.

Γι' αυτό και σε κάθε αίθουσα 
η σιωπή ήταν υγρή 
και η σκληρή κυρία του κάστρου 
κι εγώ, ο μαύρος μάρτυρας, 
επιπλέαμε εντελώς διστακτικά 
μέσα σ' εκείνο το ψύχος, 
και η κόμη της άγγιζε την οροφή· 
κι από πάνω ο βρόμικος χρυσός
των παλιών σαλονιών 
εθάμπωνε απ' τα γυμνά της πόδια.

Η πυκνή σφραγίδα της σιωπής 
των παρωχημένων αιθουσών 
αν και με τάραζε, εγώ πάλευα 
στο όνομα της φυσικής αντίδρασης 
της καθαρής και άμικτης φύσης, 
αλλά η πυργοδέσποινα 
με προσκαλούσε από τα βάθη της 
να συνεχίζω να περπατώ 
στα σκισμένα χαλιά, 
σε κάθε διάδρομο να κλαίω·
ήρθαν και ώρες αίθριες και άδειες, 
χωρίς τροφή και δίχως λόγια- 
όλα είχαν περάσει ή ήταν όνειρο μάταιο 
ή ο χρόνος
δεν μας αναγνώριζε πιά 
και, σαν ψάρια πιασμένοι εμείς στο δίχτυ του, 
ήμασταν δυό φυλακισμένοι σ᾽ ένα κάστρο ασάλευτο μέσα.

Τις ώρες εκείνες τις κρατάω στα χέρια μου 
και τις φυλάω σαν πέτρες ή σαν στάχτες 
χωρίς να ρωτάω τίποτ᾽ άλλο πιά τις αναμνήσεις μου. 
Αν όμως η πλανώμενη μοίρα μου 
με φέρνει στο τείχος του κάστρου, 
εγώ φορώ το προσωπείο μου, 
επιταχύνω
το βήμα μου φτάνοντας δίπλα στην τάφρο, 
τα όρια της ολέθριας λίμνης περνάω 
και φεύγω δίχως να κοιτάζω πίσω· 
μπορεί οι μπούκλες της να έπεσαν ξανά απ' το μπαλκόνι
και με τον οξύ της θρήνο να προσπάθησε 
να με κρατήσει εκεί.

Γι' αυτό κι εγώ, ο πανούργος κυνηγός, 
το δάσος διασχίζω φορώντας τη μάσκα μου.

P. Neruda