Συλλογίζομαι τον βλοσυρό, αυστηρό ουρανό
με τα μοναχικά κι απόμακρα φώτα
που τόσες και τόσες νύχτες κοιτούσε ο Έμερσον
μέσα στα χιόνια και την παγωνιά του Κόνκορντ.
Εδώ τ' αστέρια είναι αμέτρητα.
Ο άνθρωπος είναι αμέτρητος. Ατέλειωτες
γενιές πουλιά και έντομα,
πλουμιστοί ιαγουάροι και φίδια,
κλωνάρια που συμπλέκονται κι απλώνονται,
καφές, άμμος και φύλλα
που γέρνουν τα πρωινά και σκορπάνε
τον τέλειο, άχρηστό τους λαβύρινθο.
Ίσως το κάθε μυρμηγκάκι που πατάμε
να 'ναι μοναδικό στο βλέμμα του Θεού,
οπότε θα το λογαριάζει και αυτό
στην εκτέλεση των ακριβέστατων νόμων
που κυβερνούν τον παράξενο κόσμο Του.
Αν δεν ήταν έτσι, ολόκληρο το σύμπαν
θα ήταν ένα σφάλμα κι ένα ανυπόφορο χάος.
Οι καθρέφτες του έβενου και του νερού,
ο πολυμήχανος καθρέφτης των ονείρων,
τα ψάρια, οι λειχήνες, τα κοράλλια,
τα σημάδια που άφησαν οι χελώνες στο χρόνο,
οι πυγολαμπίδες κάποιας μοναδικής βραδιάς,
οι δυναστείες της αροκάριας,
τα καλοχαραγμένα στοιχεία ενός βιβλίου
που δεν μπορεί να τα σβήσει η νύχτα, χωρίς αμφιβολία
δεν είναι λιγότερο ιδιαίτερα και αινιγματικά
από μένα, που τα συνδυάζω. Δε θα τολμούσα
να κρίνω τη λέπρα ή τον Καλιγούλα.
J. Borges