Ως ο Τελώνης, Ύψιστε, το στήθος μου κτυπώ,
και όλα μου τα κρίματα φως φανερά θα 'πω.
Θέλω κι' εγώ ναπεκδυθώ τον άνθρωπον τον πρώτον,
θέλω να ζήσω δίκαιος 'στην γην αυτήν των φώτων,
θέλω τον ρύπον της ζωής διά παντός ν' αφήσω
και προπαρασκευάζομαι διά να κοινωνήσω.
Ελέησόν με ο Θεός κατά το έλεός σου,
και ίδε με κοπτόμενον και κλαίοντα εμπρός σου.
Τα κρίματά μου έγιναν ως άμμος της θαλάσσης,
και αν ποτέ σού κατεβή τον κόσμο να χαλάσης,
για 'μένα μόνον βέβαια συντέλεια θα γίνη,
για 'μένα μόνον εις την γην ρουθούνι δεν θα μείνη.
Ελέησόν με ο Θεός κατά το έλεός σου,
και ίδε με κοπτόμενον και κλαίοντα εμπρός σου.
Ως ο Τελώνης, Ύψιστε, κτυπώ κι' εγώ τα στήθη
και άφεσιν αμαρτιών ζητώ γονυκλινής,
ο κόσμος με ωνόμασεν αισχρόν και κακοήθη
και εις εμέ υπόληψιν δεν έχει πιά κανείς.
Δεν εσεβάσθην τίποτε ως τώρα ιερόν,
δι' όλα είμαι ασεβής και μ' όλα κοροιδεύω,
κατήντησα περίτριμμα και στίγμα ρυπαρόν,
και ούτε 'στο περίσσευμα εκείνο δεν πιστεύω.
Περιφρονούνται υπ' εμού Συντάγματα και νόμοι
και του Σωτήρος τον Σταυρόν περιφρονώ ακόμη.
Γελώ και με τα όνειρα της σεμνοτέρας κόρης,
και δος μου πλέον άφεσιν αμαρτιών, Θεέ,
καθώς και τον θεόπνευστον προφήτην εσυγχώρεις,
όταν μια 'μέρα τάψησε με την Βηρσαβεέ.
Ναί, Κύριε των ουρανών, και μεθ' ημών γενού,
και δος μου 'λίγη εντροπή και φώτισι και νού.
Θα γίνω πλέον άνθρωπος καλοαναθρεμμένος,
μακράν θα στείλω απ' εμού τους πονηρούς διαβόλους,
θα σέβωμαι των γυναικών και των ανδρών το γένος
και θα 'μιλώ πληθυντικώς προς όλας και προς όλους.
Θε φέρωμαι ως άνθρωπος του κόσμου ευγενής
προς πάντας τους ομοίους μου και τους ομογενείς.
Κι' εγώ με τη Σαρακοστή θ' αρχίσω να πρεσβεύω
πως η τιμή κι' η πρόοδος δεν είναι κολοκύθια,
κι' εγώ με τη Σαρακοστή θ' αρχίσω να πιστεύω
πως κι' η γυναίκες άρχισαν να λένε την αλήθεια.
Πως μόνον άνθρωποι καλοί ευρίσκοντ' εδώ κάτω,
κι' εις όλα θα με βλέπετε λεπτό και ντιλικάτο.
Δεν θα πιστεύω πώποτε πως ειμπορεί κανένας,
έχων εντός του αίσθησιν και λογικήν και φρένας,
ταμεία και οικόπεδα του Κράτους να σουφρώνη,
και αν του 'πης και τίποτα να σε ξυλοφορτώνη.
Δεν θα πιστεύω πώποτε πως ειμπορεί κανείς
να κλέβη και να λέγεται γι' αυτό κι' ομογενής.
Δεν θα πιστεύω πώποτε πως επ' αυτής της σφαίρας
σωτήρας δεν ευρίσκομεν πολλούς ή και ολίγους,
πως ένα βρέφος ειμπορεί να έχη δυό πατέρας,
καθώς και μία σύζυγος να έχη δυό συζύγους.
Δεν θα πιστεύω πώποτε εν πάση συνειδήσει
πως είναι κι' ένας άνθρωπος, που θέλει ν' αμαρτήση.
Ως κάτω 'στον καθένα σας θα βγάζω το καπέλο,
η μούρη μου για τίποτε ποτέ δεν θα πυρώνη,
δεν θα πειράζω ούτ' αυτόν τον προσφιλή Σεμτέλο,
και αν ακόμη δυό φοραίς μου ρίξη το κανόνι
και μ' απορρίψη παμψηφεί μετά πολλών επαίνων,
των παραθύρων και θυρών ερμητικώς κλεισμένων.
Ουδέ θα χύνω πιά χολαίς και χίλια δυό φαρμάκια,
θ' αφήσω πιά και τα χαρτιά της τράπουλας εκείνα,
και μοναχά καμμιά φορά θα παίζω τα πλακάκια ,
το τάβλι και το ντόμινο και τη στραβή κοντσίνα.
Θ' αφήσω πιά παρόλ ντοννέρ την πράσινη την τσόχα,
και εις τα μάους θα ριχτώ, που είναι σαν μολόχα.
Εληαίς, χαβιάρι κόκκινο, με χάβαρα πιλάφι,
καθ' όλην την Σαρακοστήν θα έχω μόνον γεύμα,
ως ότου γίνω σκελετός και κίτρινος σαν θειαφι,
αέρας, σκόνη, ζέφυρος, σκιά, ιδέα, πνεύμα,
εν ίνδαλμα λεπτότατον λεπτής ευαισθησίας
και ολοκαύτωμα σωστόν εσπερινής θυσίας.
Καλογεράκι θα γενώ ν' αγιάσω την ψυχή μου
και να πλανώμαι μόνος μου εν μέσω της ερήμου.
Καλογεράκι θα γενώ σαν το Μυριανθούση,
να σκάση κάθε μου εχθρός και φίλος που τακούση.
Καλογεράκι θα γενώ μ' ένα ντορβά 'στη μέση...
Αδέλφια συχωράτε με και ο θεός σχωρέσοι.
Γ. Σουρής
και όλα μου τα κρίματα φως φανερά θα 'πω.
Θέλω κι' εγώ ναπεκδυθώ τον άνθρωπον τον πρώτον,
θέλω να ζήσω δίκαιος 'στην γην αυτήν των φώτων,
θέλω τον ρύπον της ζωής διά παντός ν' αφήσω
και προπαρασκευάζομαι διά να κοινωνήσω.
Ελέησόν με ο Θεός κατά το έλεός σου,
και ίδε με κοπτόμενον και κλαίοντα εμπρός σου.
Τα κρίματά μου έγιναν ως άμμος της θαλάσσης,
και αν ποτέ σού κατεβή τον κόσμο να χαλάσης,
για 'μένα μόνον βέβαια συντέλεια θα γίνη,
για 'μένα μόνον εις την γην ρουθούνι δεν θα μείνη.
Ελέησόν με ο Θεός κατά το έλεός σου,
και ίδε με κοπτόμενον και κλαίοντα εμπρός σου.
Ως ο Τελώνης, Ύψιστε, κτυπώ κι' εγώ τα στήθη
και άφεσιν αμαρτιών ζητώ γονυκλινής,
ο κόσμος με ωνόμασεν αισχρόν και κακοήθη
και εις εμέ υπόληψιν δεν έχει πιά κανείς.
Δεν εσεβάσθην τίποτε ως τώρα ιερόν,
δι' όλα είμαι ασεβής και μ' όλα κοροιδεύω,
κατήντησα περίτριμμα και στίγμα ρυπαρόν,
και ούτε 'στο περίσσευμα εκείνο δεν πιστεύω.
Περιφρονούνται υπ' εμού Συντάγματα και νόμοι
και του Σωτήρος τον Σταυρόν περιφρονώ ακόμη.
Γελώ και με τα όνειρα της σεμνοτέρας κόρης,
και δος μου πλέον άφεσιν αμαρτιών, Θεέ,
καθώς και τον θεόπνευστον προφήτην εσυγχώρεις,
όταν μια 'μέρα τάψησε με την Βηρσαβεέ.
Ναί, Κύριε των ουρανών, και μεθ' ημών γενού,
και δος μου 'λίγη εντροπή και φώτισι και νού.
Θα γίνω πλέον άνθρωπος καλοαναθρεμμένος,
μακράν θα στείλω απ' εμού τους πονηρούς διαβόλους,
θα σέβωμαι των γυναικών και των ανδρών το γένος
και θα 'μιλώ πληθυντικώς προς όλας και προς όλους.
Θε φέρωμαι ως άνθρωπος του κόσμου ευγενής
προς πάντας τους ομοίους μου και τους ομογενείς.
Κι' εγώ με τη Σαρακοστή θ' αρχίσω να πρεσβεύω
πως η τιμή κι' η πρόοδος δεν είναι κολοκύθια,
κι' εγώ με τη Σαρακοστή θ' αρχίσω να πιστεύω
πως κι' η γυναίκες άρχισαν να λένε την αλήθεια.
Πως μόνον άνθρωποι καλοί ευρίσκοντ' εδώ κάτω,
κι' εις όλα θα με βλέπετε λεπτό και ντιλικάτο.
Δεν θα πιστεύω πώποτε πως ειμπορεί κανένας,
έχων εντός του αίσθησιν και λογικήν και φρένας,
ταμεία και οικόπεδα του Κράτους να σουφρώνη,
και αν του 'πης και τίποτα να σε ξυλοφορτώνη.
Δεν θα πιστεύω πώποτε πως ειμπορεί κανείς
να κλέβη και να λέγεται γι' αυτό κι' ομογενής.
Δεν θα πιστεύω πώποτε πως επ' αυτής της σφαίρας
σωτήρας δεν ευρίσκομεν πολλούς ή και ολίγους,
πως ένα βρέφος ειμπορεί να έχη δυό πατέρας,
καθώς και μία σύζυγος να έχη δυό συζύγους.
Δεν θα πιστεύω πώποτε εν πάση συνειδήσει
πως είναι κι' ένας άνθρωπος, που θέλει ν' αμαρτήση.
Ως κάτω 'στον καθένα σας θα βγάζω το καπέλο,
η μούρη μου για τίποτε ποτέ δεν θα πυρώνη,
δεν θα πειράζω ούτ' αυτόν τον προσφιλή Σεμτέλο,
και αν ακόμη δυό φοραίς μου ρίξη το κανόνι
και μ' απορρίψη παμψηφεί μετά πολλών επαίνων,
των παραθύρων και θυρών ερμητικώς κλεισμένων.
Ουδέ θα χύνω πιά χολαίς και χίλια δυό φαρμάκια,
θ' αφήσω πιά και τα χαρτιά της τράπουλας εκείνα,
και μοναχά καμμιά φορά θα παίζω τα πλακάκια ,
το τάβλι και το ντόμινο και τη στραβή κοντσίνα.
Θ' αφήσω πιά παρόλ ντοννέρ την πράσινη την τσόχα,
και εις τα μάους θα ριχτώ, που είναι σαν μολόχα.
Εληαίς, χαβιάρι κόκκινο, με χάβαρα πιλάφι,
καθ' όλην την Σαρακοστήν θα έχω μόνον γεύμα,
ως ότου γίνω σκελετός και κίτρινος σαν θειαφι,
αέρας, σκόνη, ζέφυρος, σκιά, ιδέα, πνεύμα,
εν ίνδαλμα λεπτότατον λεπτής ευαισθησίας
και ολοκαύτωμα σωστόν εσπερινής θυσίας.
Καλογεράκι θα γενώ ν' αγιάσω την ψυχή μου
και να πλανώμαι μόνος μου εν μέσω της ερήμου.
Καλογεράκι θα γενώ σαν το Μυριανθούση,
να σκάση κάθε μου εχθρός και φίλος που τακούση.
Καλογεράκι θα γενώ μ' ένα ντορβά 'στη μέση...
Αδέλφια συχωράτε με και ο θεός σχωρέσοι.
Γ. Σουρής