Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2017

Ο περίπατος

Κατοικών εις τας Αθήνας έτυχε μίαν ημέρα,
ενώ ήτον ως κρυστάλλι καθαρά η ατμοσφαίρα,
και ο ήλιος μόλις δύων κι' από νέφη σκεπασμένος,
στον ορίζοντά του ήτον ο μισός σχεδόν κρυμμένος,
κι' έρρπτε τας αδυνάτους και χρυσάς αυτού ακτίνας,
προμηνύων την εσπέραν στα ωραίας τας Αθήνας,
στον κοινόν περίπατόν μας τότε στην στιγμήν κι' εγώ,
κίνησα για να εβγώ.

Έπαιζεν η μουσική μας με μεγάλην αρμονίαν,
την ψυχήν μου εκινούσε σ' ηδονήν πολλά γλυκείαν,
μ' έρριψε στων ιδεών μου τ' αχανές και το κενόν
ως εις θάλασσαν μεγάλην κ' εις πλατύν ωκεανόν·
μόλις έπαυσε να παίζη, κι' ως εκ μέθης εγερθείς
τον περίπατόν μου πάλιν ηκολούθησα ευθύς.

Έτρεχαν απ' ένα μέρος μέγα πλήθος διαβάται,
εις αμάξας συρομένας ήρχοντο οι διπλωμάται,
σκεπασμέναι σχεδόν όλαι από τον κονιορτόν,
έσειον την πεδιάδα με τον κρότον των αυτόν.
Και οι ευγενείς μας όλοι επί ίππων καθισμένοι
ήρχοντο ωσάν τες νύφες και αυτοί καμαρωμένοι.
Αλλά να, και βγάνουν όλοι το καπέλ' απ' ένα μέρος.
Ποιος είν' κείνος! ποιος είν' κείνος; είν' ο μέγας καβαλιέρος,
σ' ένα άλογον βαρβάτο αυτός ήτον καθισμένος,
με του γκαλοπιού το βήμα πήγαινε καμαρωμένος,
κι' υποφέρετο αν είχε το πτωχό το λογικό του
σαν εκείνο όπου είχε το καϋμένο τ' άλογό του.

Πέρασεν αυτός τον δρόμον· δύο, τρεις παρέκει άλλοι
με ευλάβεια χαιρετούσι και μ' ασκέπαστο κεφάλι,
μερικούς που πριγκηπίσκους όλοι θέλουν να τους κράζουν,
και όσα σερν' η σκούπα εις αυτούς να αραδιάζουν.
Πέρασαν κι' αυτοί γελώντες… Ιδού ένας με κυρίαν,
νέος όμως πλην στο χέρι εβαστούσε βακτηρίαν,
είχε τα πτερά του τύπου όπισθεν ζωγραφισμένα,
επετούσε με εκείνα και εκτύπα τον καθένα.
Κρέματο στην κεφαλήν του ένα τρίκωχον καπέλον,
το οποίον εθεώρει ως το ευτυχές του μέλλον,
και ενώ με ηδονήν του το εκύτταζε μεγάλη,
πότε θα ελθή η ώρα να το βάλη στο κεφάλι,
πέταξεν απ' έμπροσθέν του, και απέμεινεν ακόμα
με κονδύλι εις το χέρι, και με ανοικτό το στόμα.
Ήρχετο απ' ένα μέρος μία συντροφιά μεγάλη,
που στην κιβωτό δεν χώρει εάν ήθελες την βάλει·
συγκροτείτο δε και αύτη από δυό φαρισαίους,
κ' από ένα μέγα πλήθος υπουργηματίας νέους,
όλοι έβλεπον τριγύρου αν ο κόσμος τους κυττάζη,
εάν τέρπεται εις τούτους, κ' αν πολύ τους κάμνη χάζι.
Απατώνται όμως όλοι γιατί όλοι τους θωρούσι
όταν αργυροφορούσι.

Τότε βέβαια ο κόσμος τους κυττάζει σχεδόν όλους,
διατί σκεπάζουν όλοι με τα τρίκωχα τους δόλους.
Βλέπεις κείνον που γυναίκα μιάν κρατεί από το χέρι!
Κύτταξ' απ' το πρόσωπόν του η καρδιά του πόσον χαίρει,
γιατί δείχνει εις τον κόσμον ότι έχει με κυρίες
πολλά στενωτάτας σχέσεις και γλυκύτατες φιλίες.
Στον περίπατον μιάν παίρνει καθ' ημέραν και την βγάζει,
να τον βλέπη και ο κόσμος ν' απορή και να θαυμάζη.
Να σου άλλος με κυρίαν και αυτός συντροφευμένος,
όμως φαίνεται να είναι λίγον παραπονεμένος
απ' τον κόσμον τον αχρείον που ποτέ δεν ησυχάζει,
αλλά κέρατα του λέγουν η γυναίκα πως του βάζει·
τι να κάμη όμως τώρα και πως να τα συμβιβάση,
κινδυνεύει απ' την λύπην ο καϋμένος να τα χάση.

Ηκολούθουν την οδόν μου και αργά, περιπατούσα,
όμως παντ' ακαταπαύστως εις τον δρόμον απαντούσα
νεανίδας στολισμένας, και με θέλγητρα μεγάλα
καθαρές σαν περιστέρια με λαιμούς ωσάν το γάλα·
το υπούργημά του ένας εβαστούσεν εις το χέρι,
άλλος πάλιν εθαρρούσε ότι ήτον μεσημέρι,
γιατί προ ολίγης ώρας μόλις είχεν εξυπνήσει,
επειδή την νύκτα όλην είχεν εξακολουθήσει,
τα χαρτιά διά να παίζη, και καθώς ο κόσμος ψάλλει,
έχασεν εις το παιχνίδι μια ποσότητα μεγάλη.

Εις τον άλλον εις τον δρόμον πλησιάζων χαιρετούσε
κι' ο ανόητος με τούτο μον' την σκούφια του χαλνούσε,
άλλος έκαμνε ετούτο διά τ' άλλου το χατήρι,
μήπως όλην την οργήν του κατ' επάνω του και σύρη.
Άλλος πάλι, χαιρετούσε που ο κόσμος να κυττάζη
ότι σχέσεις πολλάς έχει κι' εις αυτό να τον θαυμάζη.
Κι' άλλος διά το χατήρι των Κυρίων π' εκρατούσε,
τους γνωρίμους σχεδόν όλους που απήντα χαιρετούσε,
αλλά τρελλοί ήτον όλοι που αυτά ακολουθούσαν
κι' ένα μόνο κέρδος είχαν πως τες σκούφιες των χαλνούσαν.

Εβαρύνθηκα να βλέπω τόσα πρόσωπα γελοία,
που φρονούν πλέον σφαλμένα κι' από τα μικρά παιδία,
πλην ο ήλιος εκρύβη, και η νύχτα είχ' αρχίσει,
όλα τα πυκνά της σκότη στον αιθέρα μας να χύση,
και τας πτέρυγας ν' απλώνη, και μια σιωπή μεγάλη
ήρχισε για να σκεπάζη και την ταραχήν και ζάλη.
Από τον περίπατόν μου στην πτωχήν μου κατοικίαν
γύρισα κι' εγώ ομοίως μ' ευχαρίστησιν γλυκείαν,
και τα όσα έξω είδα χωρίς τον καιρόν να χάσω,
ήρχισα στον Μένιππόν μου τακτικά να τ' αραδιάσω.

Θ. Ορφανίδης