Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2017

Η εις το χωρίον επάνοδος

Ο ήλιος ολοένα κατεβαίνει…
Τη γη 'ςε 'λίγη ώρα παραιτεί
Κ' η δύσι ροδοκόκκινα 'ντυμένη
'Σ την αγκαλιά της μέσα τον κρατεί.

Παράξενο −τη γη όταν άφήση,
Φεύγει μαζή του κάθε εμμορφιά·
Οι κάμποι, τα βουνά, όλη η φύσι
Σκοτεινιασμένη 'μοιάζουν ζωγραφιά,

Και μεσ' 'ς ταίς καλαμιαίς και 'ς τα πλατάνια
'Σαν μαύρο φείδι τρέχει το νερό…
…Νυκτόνει εκεί 'πάνω 'ς τα ουράνια
Το πρώτο άστρο λάμπει αργυρό.

Όλης της γης την πλάσι κουρασμένη
Έχει σκεπάσει ύπνου σιγαλιά
Κ' η θάλασσα κοιμάται πλαγιασμένη
'Σε μαλακή κ' υγρή ακρογιαλιά.

Ο γέρω πεύκος, που ορθός περνάει
Όλη τη νύκτα και δροσιά ρουφά,
Αργά και που τα φύλλα του κουνάει,
Ωσάν να χασμουριέτ' από κρυφά…

Μόνον η βρύσι η χορταριασμένη,
Που όλη μέρα λέει και γελά,
Κι' αυτή την ωρ' ακόμη δεν σωπαίνει
− 'Σ τον ύπνο της, θαρρείς, παραμιλά.

Γ. Δροσίνης