Εις της χώρας κατά πρώτον της αγνής αυτής τα στήθη
Της Ποιήσεως ο θείος σπόρος εκαλλιεργήθη.
Και της Ορφικής κιθάρας ετιθάσσευον οι ήχοι
Λέοντας, και αυτομάτους πόλεις ήγειρον και τείχη.
Η Ελλάς το μέγα ήτο στάδιον της διανοίας.
Των Επιστημών το πάλαι και Τεχνών τας αιωνίας
Έθηκεν η πρώτη βάσεις,
Και διδάσκαλος κατέστη των λαών της γης απάσης.
Αλλά, φεύ! τυφών επήλθεν άγριος, μανίαν πνέων,
Και ανέστρεψεν εκ ρίζης παν φυτόν αυτής γενναίον.
Των επιστημών ο σπόρος έπεσεν εις άλλας χώρας,
Όπου οι λαοί τρυγώντες τας γλυκείας του οπώρας,
Και των ευωδών ανθών του αναπνέοντες τα μύρα,
Παρημέλουν αγνωμόνως του φυτεύσαντος την χείρα·
Η Ελλάς τους ευηργέτει,
Και ηγνόουν αν υπήρχεν εις τον κόσμον Ελλάς έτι!
Πούς αγρίων και βαρβάρων Τουρκομάνων εβεβήλου
Του πολιτισμού το λίκνον, την πατρίδα του Αισχύλου,
Ότε συγκεντρών του έθνους τας ελπίδας τας ολίγας
Έκρουσε την βάρβιτόν του ο μεγαλομάρτυς Ρήγας.
Τέμνει πέλεκυς δημίου την δαφνοστεφή του κάραν·
Αλλ' από την ελευθέραν του Τυρταίου μας κιθάραν,
Ως από μητρός γαστέρα,
βρέφος αγλαόν εξήλθεν, η Ελλάς η ελευθέρα.
Επ' αυτό το βρέφος στήθι και θεώρησον, Ευρώπη·
Ψαύσατέ το, διπλωμάται, σείς εθνών κρανιοσκόποι.
Δεν εμφαίνει λαμπροτάτου μέλλοντος σαφή σημεία
Η σοφή και πνευματώδης αύτη φυσιογνωμία;
Το ροδόχρουν φως ιδέτε όπου την περιαυγάζει·
Της Ηούς το ιμερόεν σέλας δεν παρομοιάζει,
Ήτις έωθεν αγγέλλει
Τον λαμπρόν αστέρα όστις να φανή κατόπιν μέλλει;
Ω Ελλάς, την μέλλουσάν σου εύκλειαν προβλέπω πάσαν·
Το γλυκύ δε λυκαυγές σου την ψυχήν μου προαυγάσαν,
Φαεινήν, αιθεροδρόμον, ω Πατρίς μου σε δεικνύει.
Ο Τιτάν θα ήσαι όστις το μακρόν του διανύει
Στάδιον, την φύσιν όλην και θερμαίνων και αυγάζων,
Και ηνίας χρυσηλάτου δίφρου αγλαάς βαστάζων,
Την ημέραν έχει γέρας,
Οδόν τέμνων εις τα νέφη και οδόν εις τους αιθέρας!
Βρέφος εσπαργανωμένον ήσουν, ω Πατρίς γλυκεία,
Κ' έδειξας της αθανάτου φύσεώς σου τα σημεία.
Τους κατά σου επελθόντας φοβερούς και λευγαλέους
Δράκοντας απήγξας, άθλον κατορθούσα Ηρακλέους.
Περί σε τας πολλαπλάς των ήπλωσαν, ω φρίκη! σπείρας·
Αλλ' εφάνησαν, θραυσθέντες υπό τας αβράς σου χείρας,
Είδωλα πηλού ευθρύπτου
Και ο δράκων της Ασίας και ο δράκων της Αιγύπτου.
Τώρα δε εις νικηφόρου δάφνης μυροβόλον στρώμα
Αναπαύεις το ανδρείον, πολυτραύματόν σου σώμα.
Την βαθείαν μη ταράττων του πελάγους ηρεμίαν
Απαράλλακτα κοιμάται ο αήρ εις νηνεμίαν.
Αλλ' ουαί! αν εκ του ύπνου του μακρού του ανακύψη.
Τρομερώτερον στοιχείον δεν γνωρίζω· εις τα ύψη
Τας νεφέλας περιάγει,
Και με κύματα σκεπάζει τα πολύφλοισβα πελάγη.
Άκουσον! ο της Τουρκίας λέων γηραιός βρυχάται·
Ηρακλέους μεγαθύμου ρόπαλον, ω Έλλην, δράττε,
Και με στιβαρόν τον πόδα, και ατρόμητον την χείρα,
Τραύμα ένεγκε θανάτου εις τον αιμοβόρον θήρα.
Ας εμέση πίπτων όσον έπιεν αθώων αίμα!
Συ δ' ενδύς την λεοντήν του και αναλαβών το στέμμα
Του Μεγάλου Κωνσταντίνου,
Της Ανατολής ο μέγας Αυτοκράτωρ πάλιν γίνου!
Ι. Καρασούτσας
Της Ποιήσεως ο θείος σπόρος εκαλλιεργήθη.
Και της Ορφικής κιθάρας ετιθάσσευον οι ήχοι
Λέοντας, και αυτομάτους πόλεις ήγειρον και τείχη.
Η Ελλάς το μέγα ήτο στάδιον της διανοίας.
Των Επιστημών το πάλαι και Τεχνών τας αιωνίας
Έθηκεν η πρώτη βάσεις,
Και διδάσκαλος κατέστη των λαών της γης απάσης.
Αλλά, φεύ! τυφών επήλθεν άγριος, μανίαν πνέων,
Και ανέστρεψεν εκ ρίζης παν φυτόν αυτής γενναίον.
Των επιστημών ο σπόρος έπεσεν εις άλλας χώρας,
Όπου οι λαοί τρυγώντες τας γλυκείας του οπώρας,
Και των ευωδών ανθών του αναπνέοντες τα μύρα,
Παρημέλουν αγνωμόνως του φυτεύσαντος την χείρα·
Η Ελλάς τους ευηργέτει,
Και ηγνόουν αν υπήρχεν εις τον κόσμον Ελλάς έτι!
Πούς αγρίων και βαρβάρων Τουρκομάνων εβεβήλου
Του πολιτισμού το λίκνον, την πατρίδα του Αισχύλου,
Ότε συγκεντρών του έθνους τας ελπίδας τας ολίγας
Έκρουσε την βάρβιτόν του ο μεγαλομάρτυς Ρήγας.
Τέμνει πέλεκυς δημίου την δαφνοστεφή του κάραν·
Αλλ' από την ελευθέραν του Τυρταίου μας κιθάραν,
Ως από μητρός γαστέρα,
βρέφος αγλαόν εξήλθεν, η Ελλάς η ελευθέρα.
Επ' αυτό το βρέφος στήθι και θεώρησον, Ευρώπη·
Ψαύσατέ το, διπλωμάται, σείς εθνών κρανιοσκόποι.
Δεν εμφαίνει λαμπροτάτου μέλλοντος σαφή σημεία
Η σοφή και πνευματώδης αύτη φυσιογνωμία;
Το ροδόχρουν φως ιδέτε όπου την περιαυγάζει·
Της Ηούς το ιμερόεν σέλας δεν παρομοιάζει,
Ήτις έωθεν αγγέλλει
Τον λαμπρόν αστέρα όστις να φανή κατόπιν μέλλει;
Ω Ελλάς, την μέλλουσάν σου εύκλειαν προβλέπω πάσαν·
Το γλυκύ δε λυκαυγές σου την ψυχήν μου προαυγάσαν,
Φαεινήν, αιθεροδρόμον, ω Πατρίς μου σε δεικνύει.
Ο Τιτάν θα ήσαι όστις το μακρόν του διανύει
Στάδιον, την φύσιν όλην και θερμαίνων και αυγάζων,
Και ηνίας χρυσηλάτου δίφρου αγλαάς βαστάζων,
Την ημέραν έχει γέρας,
Οδόν τέμνων εις τα νέφη και οδόν εις τους αιθέρας!
Βρέφος εσπαργανωμένον ήσουν, ω Πατρίς γλυκεία,
Κ' έδειξας της αθανάτου φύσεώς σου τα σημεία.
Τους κατά σου επελθόντας φοβερούς και λευγαλέους
Δράκοντας απήγξας, άθλον κατορθούσα Ηρακλέους.
Περί σε τας πολλαπλάς των ήπλωσαν, ω φρίκη! σπείρας·
Αλλ' εφάνησαν, θραυσθέντες υπό τας αβράς σου χείρας,
Είδωλα πηλού ευθρύπτου
Και ο δράκων της Ασίας και ο δράκων της Αιγύπτου.
Τώρα δε εις νικηφόρου δάφνης μυροβόλον στρώμα
Αναπαύεις το ανδρείον, πολυτραύματόν σου σώμα.
Την βαθείαν μη ταράττων του πελάγους ηρεμίαν
Απαράλλακτα κοιμάται ο αήρ εις νηνεμίαν.
Αλλ' ουαί! αν εκ του ύπνου του μακρού του ανακύψη.
Τρομερώτερον στοιχείον δεν γνωρίζω· εις τα ύψη
Τας νεφέλας περιάγει,
Και με κύματα σκεπάζει τα πολύφλοισβα πελάγη.
Άκουσον! ο της Τουρκίας λέων γηραιός βρυχάται·
Ηρακλέους μεγαθύμου ρόπαλον, ω Έλλην, δράττε,
Και με στιβαρόν τον πόδα, και ατρόμητον την χείρα,
Τραύμα ένεγκε θανάτου εις τον αιμοβόρον θήρα.
Ας εμέση πίπτων όσον έπιεν αθώων αίμα!
Συ δ' ενδύς την λεοντήν του και αναλαβών το στέμμα
Του Μεγάλου Κωνσταντίνου,
Της Ανατολής ο μέγας Αυτοκράτωρ πάλιν γίνου!
Ι. Καρασούτσας