Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017

Ο Βορειάς που τ’ αρνάκια παγώνει

Ήτον νύχτα, εις την στέγη εβογγούσε
Ο βορειάς, και ψιλό έπεφτε χιόνι.
Τι μεγάλο κακό να εμηνούσε
Ο βορειάς που τ' αρνάκια παγώνει;

Μες στο σπίτι μια χαροκαμμένη,
Μια μητέρα από πόνους γεμάτη,
Στού παιδιού της την κούνια σκυμμένη
Δέκα νύχταις δεν έκλειγε μάτι,

Είχε τρία παιδιά πεθαμμένα,
Αγγελούδια, λευκά σαν τον κρίνο,
Κ' ένα μόνον της έμεινεν, ένα
Και στον τάφο κοντά ήτον κ' εκείνο.

Το παιδί της με κλάμμα εβογγούσε
Ως να εζήταε το δόλιο βοήθεια,
Κ' η μητέρα σιμά του εθρηνούσε
Με λαχτάρα χτυπώντας τα στήθια.

Τα γογγύσματα εκείνα και οι θρήνοι
Επληγόναν βαθειά την ψυχή μου.
Σύντροφός μου η ταλαίπωρη εκείνη,
Αχ, και το άρρωστο ήτον παιδί μου.

Στού σπιτιού μου τη στέγη εβογγούσε
Ο βορειάς, και ψιλό έπεφτε χιόνι.
Αχ, μεγάλο κακό μου εμηνούσε
Ο βορειάς που τ' αρνάκια παγόνει.

Τον γιατρό καθώς είδε, εσηκώθη
Σαν τρελή. Όλοι γύρω εσωπαίναν·
Φλογεροί της ψυχής της οι πόθοι
Με τα λόγι' απ' το στόμα της βγαίναν.

«Ω, κακό που μ' ευρήκε μεγάλο!
Το παιδί μου, Γιατρέ, το παιδί μου…
Ένα τώχω, δεν μ' έμεινεν άλλο·
Σώσέ μου το, και παρ' την ψυχή μου.»

Κι' ο γιατρός με τα μάτια σκυμμένα
Πολλήν ώρα δεν άνοιξε στόμα.
Τέλος πάντων - αχ, λόγια χαμένα -
«Μη φοβάσαι, της είπεν, ακόμα.»

Κ' εκαμώθη πως θέλει να σκύψη
Στο παιδί, και να ιδή το σφυγμό του.
Ένα δάκρυ επροσπάθαε να κρύψη
Που κατέβ' εις τ' ωχρό πρόσωπό του.

Στού σπιτιού μας τη στέγη εβογγούσε
Ο βορειάς, και ψιλό έπεφτε χιόνι.
Αχ, μεγάλο κακό μας μηνούσε
Ο βορειάς που τ' αρνάκια παγόνει.

Η μητέρα ποτέ δακρυσμένο
Του γιατρού να μη νοιώση το μάτι,
Όταν έχει βαρειά ξαπλωμένο
Το παιδί της σε πόνου κρεββάτι!

Γ. Ζαλοκώστας