Κυλάει ο Χρόνος σαν νερό, τρεχ' η ζωή σιμά του
και σέρνει κάθε μας χαρά 'ςτο γοργοκύλημά του,
σβύνουν τα τόσα ονείρατα−του ρόδου χρυσαλίδες
και 'ςτον αγέρα χάνονται χρυσόφτεραις ελπίδες.
Κι' ο Θάνατος που αθάνατο τον έπλασεν η τύχη
κόβει, θερίζει ανέσπλαχνα ο,τι 'μπροστά του τύχει.
και σέρνει κάθε μας χαρά 'ςτο γοργοκύλημά του,
σβύνουν τα τόσα ονείρατα−του ρόδου χρυσαλίδες
και 'ςτον αγέρα χάνονται χρυσόφτεραις ελπίδες.
Κι' ο Θάνατος που αθάνατο τον έπλασεν η τύχη
κόβει, θερίζει ανέσπλαχνα ο,τι 'μπροστά του τύχει.
Κυλάει ο Χρόνος σαν νερό−'Στο γοργοκύλημά του
δεν σέρνει μόνο τη χαρά που βρίσκει εδώ κάτου,
μα παίρνει κάθε λύπη μας, κάθε καϋμό και πόνο
κ' η μαυροφόρ' απελπισιά βρίσκει γιατρό το χρόνο.
Κι' ο Θάνατος καμμιά φορά που πόνους δεν πιστεύει
ενώ θερίζει τη ζωή πόσους καϋμούς γιατρεύει!
δεν σέρνει μόνο τη χαρά που βρίσκει εδώ κάτου,
μα παίρνει κάθε λύπη μας, κάθε καϋμό και πόνο
κ' η μαυροφόρ' απελπισιά βρίσκει γιατρό το χρόνο.
Κι' ο Θάνατος καμμιά φορά που πόνους δεν πιστεύει
ενώ θερίζει τη ζωή πόσους καϋμούς γιατρεύει!
Διάβαινε, Χρόνε, γρήγορα, για χάρι σ' το γυρεύω
μα σαν θα 'δης 'ςτο πλάι μου την κόρη που λατρεύω
τότε να κόψης τα φτερά απ' τα γοργά σου χρόνια
και συ σαν βράχος να σταθής ακίνητος αιώνια.
Κι' ο Θάνατος όταν θαλθή και 'δη τον έρωτά μας
θα λυπηθή, θα σπλαγχνισθή, θα φύγη από κοντά μας.
μα σαν θα 'δης 'ςτο πλάι μου την κόρη που λατρεύω
τότε να κόψης τα φτερά απ' τα γοργά σου χρόνια
και συ σαν βράχος να σταθής ακίνητος αιώνια.
Κι' ο Θάνατος όταν θαλθή και 'δη τον έρωτά μας
θα λυπηθή, θα σπλαγχνισθή, θα φύγη από κοντά μας.
Ι. Πολέμης