Κι από το πρώτο μάρμαρο κι από το πρώτο μνήμα
ακούω φωνή που χύνεται κι ακούω φωνή που λέει:
- Εμέ Δεξίλεο με λένε. Εγώ είμαι της Αθήνας
το λατρεμένο το παιδί, ταγένειο παλληκάρι.
Μ’ ανάθρεψαν τα βροντερά τραγούδια του Τυρταίου
και τάραξαν τον ύπνο μου τα όνειρα του Αισχύλου.
Εξω στο δρόμο, στη δουλειά, στου κάμπου τον αέρα
μούθρεψε ο ήλιος το κορμί και τάνοιξε σαν άνθος
και το Γυμνάσιον ο θεός που τα βοηθάει τα νιάτα
μου τόπλασεν αρμονικά, σφικτό, χυτό και ωραίο.
Κ’ εγώ καβάλα, φτερωτός μέσα στους πρώτους πρώτος
συντρόφεψα το ιερό της Αθηνάς καράβι
κ’ έλεγα: βάλε μου, θεά, τρανή καρδιά στα στήθη,
δώσε φτερά στα πόδια μου και δύναμη στα χέρια
να πάω, κ’ εγώ ν’ αγωνιστώ και νικητής να λάμψω
στο πήδημα, στο πάλεμα, στο δρόμο, στο λιθάρι,
γιατί δεν είναι πιο ακριβή τιμή στο παλληκάρι
παρά καρδιά από σίδερο σε φτερωμένο σώμα.
Κ’ εγώ ονειρεύτηκα κ’ εγώ τη χάρη της αγάπης
και σε τραπέζια χαρωπά ροδοστεφανωμένος
τους στοίχους του Ανακρέοντα τραγούδησα, κ’ εμπρός μου
σπαρταριστές χορεύτριες με λύρες και φλογέρες
μ’ αποκοιμήσανε τρελά στης αγκαλιάς τη ζέστη
κ’ εγώ ονειρεύτηκα κ’ εγώ της δόξας τη λαχτάρα,
άρχοντας, είπα να υψωθώ και στρατηγός να γίνω,
στο θέατρον άξιος ποιητής τα πλήθη να μαγεύω,
κ’ εγώ μια μέρα ν’ ακουστώ βροντόφωνα στην Πνύκα,
αστροπελέκι στους κακούς, και με τους φιλοσόφους,
εκεί που τρέχει ο Ιλισσός γλυκά και που ξαπλώνει
δροσάτον ίσκιο ο πλάτανος κ’ εγώ να ξεδιαλύνω
και τα σκοτάδια της ψυχής και τα κρυφά της πλάσης.
Αλλ’ ένας αγαθός θεός, που και ποτέ τα μάτια
δε σήκωσε από πάνω μου και πάντα με φυλάγει,
αυτός διώρισε για με μια δόξα πιο μεγάλη:
Για την πατρίδα ν’ αξιωθώ, να πάω να πολεμήσω!
και να! σαλπίζει η σάλπιγγα πολεμιστήριον ήχο,
κ’ η Αθήνα με τα ονείρατα πλατωνικά, η Αθήνα
ξυπνάει γοργά, αντρειεύεται καθώς η Αθηνά της,
γαλήνια κόρη και μαζί Πρόμαχος θεριεμένη.
Η Σπάρτη η ανυπόταχτη μας φοβερίζει, η Σπάρτη!
θυμήθηκα τον όρκο μου και αρματωμένος τρέχω
σε κυματόπλαστο άλογο θεσσαλικό που έχει
χαρά τον πόλεμο και σκάφτει, αυτιάζεται, δε στέκει.
Στο χέρι μου ανυπόμονο κουνιέται το κοντάρι,
θαρρώ πως μέσα μου η καρδιά βροντοχτυπάει του Κόδρου,
θαρρώ, είναι σαν του Αίαντα ψηλό το ανάστημά μου,
θαρώ, το δρόμο ένας θεός μου δείχνει και κανένας,
ναι! και κανένας δεν μπορεί να κόψη την ορμή μου.
Με τον πολέμιο σμίξαμε στον κάμπο της Κορίνθου,
ηλιοκαμένος και τραχύς κι ακράτητος Σπαρτιάτης,
βορριάς χυμάει επάνω μου πελώριος Σπαρτιάτης.
Τα χρόνια μου τα είκοσι πυρώνονται και βράζουν.
Της Σπάρτης άντρας είσ’ εσύ, παιδί είμαι της Αθήνας
βοηθάτε με, ίσκιοι πατρικοί των Μαραθωνομάχων!
σφιχτά κρατώ με το ζερβί το χαλινάρι, χύνω
σα φλόγα τάλογο, πετώ, σκύβω γοργά, τινάζω
τολόμακρο κοντάρι μου, κατάστηθα τον βρίσκω.
Στα πόδια εμπρός του αλόγου μου κατρακυλάει και πέφτει,
πέφτει κ’ εκεί που τον πατώ κρυφά τον καμαρώνω
χωρίς να χάση την ορμή, χωρίς μιλιά να βγάλη,
πέφτει και χάνεται και σβει και φοβερίζει ακόμα.
Εμέ Δεξίλεο με λεν, παιδί είμαι της Αθήνας,
πολέμησα και νίκησα κ’ εγώ για την πατρίδα.
Σε λίγο ο θάνατος ορμάει κι αλύπητα κ’ εμένα
με παίρνει από την γην αυτή, με φέρνει σ’ άλλον κόσμο.
Δε μ’ έρριξε στα Τάρταρα, δε μ’ άφησε στον Αδη,
μακαρισμένο, αθάνατο, μ’ ανάστησε για πάντα
στα μαρμαρένια Ηλύσια, στα Ηλύσια της Τέχνης.
Ο κόσμος φεύγει, αλλάζει η γη, περνούν λαοί και κόσμοι
και πέφτουν και μαραίνονται σα φθινοπώρου φύλλα.
Κ’ εγώ εδώ πέρα ασάλευτος κι αμάραντος προβάλλω
και της πατρίδας τον εχθρό στα πόδια μου τον έχω.
Ω χάρη, ω νίκη της ζωής, ανήκουστη ευτυχία,
στα μαρμαρένια Ηλύσια, στα Ηλύσια της Τέχνης!
Κ. Παλαμάς