μ’ επήγαν κι εγονάτισα, μικρό πουλί, μπροστά της,
την τελευταία της πνοή ο Χάρος ερουφούσε,
κι έμενε μόνο θλιβερή, σαν κάτι να ζητούσε,
η υστερνή ματιά της.
η υστερνή ματιά της.
Να σβήσει δεν την άφηνε σα φως από καντήλι,
προτού τής έβρει μια φωλιά να μοιάζει τη φωλιά της.
σ’ άλλη καντήλα ήθελε το φως της να το στείλει,
και ήρθε μες στα μάτια μου και πάλι ν’ ανατείλει
η υστερνή ματιά της.
η υστερνή ματιά της.
Και από τότε ό,τι θωρώ, και σ’ ό,τι
κουρασμένο βήμα μου, πικρής ζωής διαβάτης,
σα μάνα θα τ’ αγκαλιασθώ και θα το αγαπήσω,
γιατ’ είναι μες στα μάτια μου, όσο να ξεψυχήσω,
η υστερνή ματιά της.
Κ. Παλαμάς
η υστερνή ματιά της.
Κ. Παλαμάς