Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2018

Ας ρίξωμε και μια ματιά - Στις αγοράς μα τη φωτιά

Κοντά στη μια καταστροφή καινούργια μας προφθάνει,
κοντά στις τόσες συμφορές και στις πολλές θυσίες,
δεν ξέρω τίνος βάλθηκε παντού φωτιές να βάνει
και κάθε βράδι νάχουμε φρικτές φωτοχυσίες.
Και δος του νέα πυρκαγιά και κάτω στο παζάρι,
και μέσα στη σαρακοστή εκάη το χαβιάρι.
Εκάηκαν τα βούτυρα, τα μήλα και τ᾿ αχλάδια,
οι μπάμιες τα πετρέλαια, τα ραζακιά σταφύλια,
οι λεμονάδες, οι ελιές το γιάτσο και τα λάδια,
η ζάχαρη και ο καφές, λουμίνια και φυτίλια.
Γιατ᾿ ήλθαν χρόνια δίσεκτα, καταραμένα χρόνια,
να ψήνονται στην αγορά και τ᾿ άγουρα πεπόνια
Ήτο σχεδόν μεσάνυχτα και λίγο περασμένα,
ο Ταβουλάρης έπαιζε στο θέατρο ακόμα,
όταν μπαμ μπούμ ακούσθηκαν στα ύψη σκορπισμένα,
κι όλος ο κόσμος φώναξε αμέσως μ᾿ ένα στόμα:
Συναθροισθήτε, σκαπανείς, ορμήσετε φαντάροι,
απ᾿ άκρη σ᾿ άκρη χαλασμός... φωτιά και στο παζάρι.

Κι ιδού με σκούφους ναυτικούς, με νυχτικά φουστάνια,
γυναίκες κι άνδρες ώρμησαν μέσα στους δρόμους όλοι,
με στάμνες, με πλατύσταμνα, και με τα γιαταγάνια,
κι έβλεπες σαν στρατόπεδο των Αθηνών την πόλη.
Εν τούτοις μες στην ταραχή πολύ παρετηρείτο,
πως μόνον ο πρωθυπουργός στην πυρκαγιά δεν ήτο.
Ως τα επτά ουράνια ανέβαιναν οι φλόγες,
κι εφώτιζαν τα τέσσερα της πόλεως σημεία,
σαν σκάγια εσκορπίζονταν των σταφυλιών οι ρόγες,
και πέριξ διεχέετο μεγάλη ευθυμία.
Κοκκίνζ᾿ η Ακρόπολις απ᾿ την πολλή χαρά της,
που έβλεπε να καίεται το δώρον του Ελγίνου,
γιατί αυτή δεν ξέχασε ακόμη τα παλιά της,
πως θαύμα έγιν᾿ άλλοτε του κλέφτη της εκείνου.
Αν το ξεχνούνε οι Ρωμιοί, οι πέτρες δεν ξεχνούνε
με ποιους εζούσαν άλλοτε και τώρα με ποιους ζούνε.
Ω τόσων αναμνήσεων καημένο μου παζάρι,
με τ᾿ ακριβά σου κρέατα, τα βρώμια σου τα ψάρια,
τις ξύλινες παράγκες σου, τον κάθε μακελάρη,
τις ζυγαριές τις ξύγκικες, τα ξύγκικα καντάρια,
αιώνια στη μνήμη του κανείς θα σε φυλάττει
και γαίαν έχεις ελαφράν, ω Αγορά φιλτάτη.

Γ. Σουρής