Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2018

Ο σκαρτάδος

Ένας σκαρτάδος Βρεττανός προχθές ανέβη μόνος
απάνω ᾿στην Ακρόπολι τη δόξα μας να ᾿δη,
κι᾿ όσο τας στήλας έβλεπε του θείου Παρθενώνος,
εσυγκινείτο κι᾿ έκλαιε σαν το μωρό παιδί.
Τον έπιασε ντελίριο, τον έσφιξ᾿ η καρδιά του,
κι᾿ εστάλαζαν ᾿στα μάρμαρα ζεστά τα δάκρυά του.

Κι᾿ αμέσως τότε έγραψε με φούρκα ᾿στο Λονδίνο
῾στην Άνασσα Βικτώρια οπίσω να μας δώση
τα όσα εσουφρώθησαν απ᾿ τον γνωστό Ελγίνο,
γιατί αργά η γρήγορα θε να το μετανιώση.
Αυτά και άλλα έγραψε ο κύριος σκαρτάδος,
χωρίς γι᾿ αυτό την άδεια να πάρη της Ελλάδος.

Τι διάβολο;... κάθε τρελλός σ᾿ εμάς θα ξεθυμαίνη;
ποιος τούπε τούτου του μουρλού για μάρμαρα να γράψη;
και αν γυμνός ο Παρθενών κι᾿ ερημωμένος μένη,
θαρρώ κανένας Έλληνας γι᾿ αυτό πως δε θα κλάψη.
Εμείς εσυνειθίσαμε σε τέτοια και δεν κλαίμε,
κι᾿ εκείνα που μας έκλεψαν οπίσω δεν τα θέμε.

Κι᾿ αν θες ν᾿ ακούσης, Άνασσα των Βρεττανών, κι᾿ εμένα,
το λάμπον Μεγαλείόν σου θερμώς παρακαλώ,
να μη μας στείλη τίποτε απ᾿ όλα τα κλεμμένα,
και να βουλώση το αυτί για τούτο τον τρελλό.
Σε βεβαιώ, Παντάνασσα, πως διόλου δε μας μέλλει,
κανείς δεν τούπε τίποτα, κανένας δεν τα θέλει.

Ω Βρεττανέ, τους Έλληνας μην κλαίς για Παρθενώνες,
και ούτε γράμματα πικρά ᾿στην Άνασσα να στέλλης,
πέρνε σαν τον Παράσχο μας από τη γη κοτρώνες,
και στοίβαζε κι᾿ ασβέστωνε και κάνε όσους θέλεις.
Όπου πατήσης μάρμαρα, όπου σταθής μνημεία,
και από αρχαιότητας παντού επιδημία.

Κι᾿ αν έχης όρεξι να κλαίς με όλη την καρδιά σου,
γι᾿ άψυχα μάρμαρα μην κλαίς και για παληά κεφάλια,
τα ζωντανά αγάλματα για κύτταξε ᾿μπροστά σου,
κι᾿ εμάς να κλάψης, Βρεττανέ, και τα κακά μας χάλια.
Τα πύρινά σου δάκρυα για ᾿μας δεν παν χαμένα...
ω! κλάψε για τους Έλληνας, μα κλάψε και για ῾μένα.

Και στείλε ᾿στη Βικτώρια άλλο καινούριο γράμμα,
και πες της για το χάλι μας και την κακή μας μοίρα,
και παρακάλει την και συ με πόνο και με κλάμμα
να στείλη αντί μάρμαρα κανένα κιούπι λίρα,
κανένα παληοκάνονο, κανένα παληοστόλο,
κι᾿ αν το θέλη, της χαρίζουμε τον Παρθενώνα όλο.

Γ. Σουρής