Κι' εγώ για νύφη λαχταρώ,
μα ναύρω νύφη δεν 'μπορώ
του γούστου μου ακόμα.
Και δος του κι' αρχαιολογώ,
κι' αρχαίαις νύφαις κυνηγώ,
να εύρω μες 'το χώμα.
Μα τέτοιαις νύφαις δεν 'μιλούν,
ούτε το μάτι μου σφαλούν,
κι' ούτε γαμπρό γυρεύουν.
Αχ! τι τα θέλω όλ' αυτά
τ' αγάλματα τα λατρευτά,
αφού δεν ζωντανεύουν;
Ω! ας μπορούσε απ' αυταίς
της νύφαις της καμαρωταίς
καμμιά να ζωντανέψη!
Να παύσω ν' αρχαιολογώ.
νύφη αυτή, γαμπρός εγώ . . .
και ποιος δεν θα ζηλέψη;
Σαν την Γαλάτεια κι' αυτή
να γίνη νύφη ζηλευτή,
μα νάναι και με προίκα.
Κι' όλοι τη νύφη να κυττούν,
και να μην παύουν να 'ρωτούν
που διάβολο τη 'βρήκα!
Γ. Σουρής