Έξω κατασταλάν τα ύστερα θάμπη
ριγεί απαλά η ιστορία των φύλλων
το μάρμαρο θανατερά αίφνης λάμπει
λες και σ’ εγγίζ’ η θερμασιά των θρύλων.
Ας μην ανάψουμε το φως! Μη σβήσει
απ’ τα μάτια κάποια πάλλευκη οπτασία.
Πλησίασέ μου αργά μη και ξυπνήσει
το σκοτάδι που ζώνει την καρδία.
Έλα στο παραθύρι, πώς βουλιάζει
το σύννεφο αμίλητο να δούμε,
τη νυχτερίδα την πνοή που αρπάζει
και κει βαθι’ ας δακρύσουμ’ έν’ αστέρι
τον όρκο χείλη χείλη που θα πούμε
κι ο Θεός να τον ακούσει που μας ξέρει!
Κ. Βάρναλης
ριγεί απαλά η ιστορία των φύλλων
το μάρμαρο θανατερά αίφνης λάμπει
λες και σ’ εγγίζ’ η θερμασιά των θρύλων.
Ας μην ανάψουμε το φως! Μη σβήσει
απ’ τα μάτια κάποια πάλλευκη οπτασία.
Πλησίασέ μου αργά μη και ξυπνήσει
το σκοτάδι που ζώνει την καρδία.
Έλα στο παραθύρι, πώς βουλιάζει
το σύννεφο αμίλητο να δούμε,
τη νυχτερίδα την πνοή που αρπάζει
και κει βαθι’ ας δακρύσουμ’ έν’ αστέρι
τον όρκο χείλη χείλη που θα πούμε
κι ο Θεός να τον ακούσει που μας ξέρει!
Κ. Βάρναλης