Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Σε μια γυναίκα

Τα δυνατά σου χέρια τ’ άξια, τα κοσµικά,
χάρισµα πιο µεγάλο κι απ’ τα φτερά.

Τα δυνατά σου χέρια δε σέρνουν απαλά
τον ήχο από της άρπας τη µουσική καρδιά.

Τα δυνατά σου χέρια λουλούδια δεν κρατάν
κι ολόλιγνα στο ατλάζι τα ξόµπλια δεν κεντάν.

Τα δυνατά σου χέρια εκεί που θα σταθούν
σα φυλαχτά φυλάνε, σαν άρµατα βοηθούν.

Και ξέρουνε και υφαίνουν το γνέµα τ’ αργαλειού
που θ’ αλαφροσκεπάσει τη γύµνια του κορµιού,

κι ύστερα το λευκαίνουν στην άκρη ενός γιαλού
µε τη χαρά του ήλιου και µε του τραγουδιού.

Τα χέρια σου ζωσµένα γύρω σε µια καρδιά
της γίνονται σκουτάρια και θώρακες αυτά.

Τα χέρια σου την ώρα του θαλασσοδαρµού
γίνονται δυό δελφίνια χρυσά του λυτρωµού.

Τα χέρια σου κανίσκια βαστάν παρηγοριάς,
µ’ αυτά στηρίζεις, δίνεις, υψώνεις, ευλογάς.

Μ’ αυτά τα χέρια µού ήρθες µοιράζοντας εσύ
το διάφανο νεράκι και το ξανθό ψωµί.

Κι απ’ τον αφρό της λίµνης της αρµυρής
πήξατε τ’ άσπρο αλάτι για µένα, ω χέρια εσείς.

Κι εκόψατε για µένα τους ώριµους καρπούς,
και φώτιζέ σας γέλιο που δεν το βάζει ο νους!

Το πήρα το άσπρο αλάτι˙ µου τα ’δωκες εσύ
το διάφανο νεράκι και το ξανθό ψωµί˙

και στο τραπέζι απάνου, στρωµένο ευλογητό,
τ’ απίθωσα και σου είπα το λόγο: «Στα χρωστώ».

Κι ήταν ο λόγος µου άσπρο πουλί, πουλί ιερό
φερµένο από φωλίτσα χτισµένη σε ναό.

Κι ήταν ο νους µου µαύρου πουλιού τριγυρισµός,
της νυχτερίδας ταίρι, του κόρακα αδερφός.

Κι εκεί που µε το λόγο σε χάιδευα, –τ’ ακούς;–
όρνιο καταραµένο πετούσε εµένα ο νους

σε πείσµατα στριµµένων, ξενύχτια αµαρτωλών,
και σ’ όλα τα τραπέζια των πονηρών.

Κι ας µε ρωτούσε κι όποιος για σένα ποια είσαι, εγώ
κι ας υψωνόµουν ύµνος τις χάρες σου να πω!

Το σκεβρωµένο σπίτι και το κακοχτιστό
που είν’ έτοιµο να πέσει κι ακόµα στέκει ορθό!

Τα θέµελά του σκάφτει, το υγραίνει από παντού
το ακράταγο το ρέµα κρυµµένου ποταµού.

Λάβωµα του είν’ ο ήλιος και φάγοσσα η βροχή,
και γύφτοι κι αγιογδύτες παραφυλάν εκεί.

Και µες στα µολυντήρια και µες στις αραχνιές
συντρίµµατ’ από γάστρες κι από κορµιά πληγές.

Κι ένα παιδί που αρρώστια το πλάκωσε κακιά
πλανιέται πως υπάρχει, και παίζει και γελά.

Κι ένα τυφλό αηδονάκι σε ακάθαρτο κλουβί
τη νύχτα του, και µέρα και νύχτα, κελαηδεί.

– Στο σπίτι εδώ τι θέλεις; και ποιόν αποζητάς;
πού πας µε τ’ ανθισµένο κλαδί της λεϊµονιάς;

Πάντα τυφλό τ’ αηδόνι, δε θα του γίνεις φως˙
για τ’ άρρωστο παιδάκι δε βρίσκεται γιατρός.

Κι οι γύφτοι κι οι αγιογδύτες που θα σε βρουν εδώ,
ό,τι έχεις θα σου πάρουν πιο τίµιο κι ακριβό.

Εγώ ειµαι απ’ τη µεγάλη φυλή του γύφτου, εγώ,
µακριά απ’ της χώρας τ’ άξια, στον άγριο ξεπεσµό.

Εγώ ειµ’ απ’ τη µεγάλη φυλή του νάνου, εγώ˙
δεν πιάνω ούτ’ όσο τόπο το ψίχαλο ριχτό.

Εγώ ειµ’ απ’ τη µεγάλη γενιά του αστενικού,
που µε πατάει το πόδι και του περιστεριού.

Εγώ ειµ’ απ τη µεγάλη του σκοτεινού φυλή˙
µακριά απ’ τους ήλιους τρέχουν αφάνταστοι καιροί!

Κι είµαι στην πλάση µέσα των έντοµων εγώ
το πλάσµα που ταιριάζω παράταιρο λαό.

Και µε κρυφή την ίδια σιγή κι αφροντισιά
µαύρος εγώ ειµ’ ο σβώλος που ασάλευτα βαστά

χρόνια και χρόνια, σάµπως σε µητρική αγκαλιά,
στ’ ανήλιαγα, στα κρύα, στ’ ακάθαρτα, στα υγρά.

Κι εγώ ειµαι και η νυφούλα του ήλιου η φτερωτή,
και τ’ ασπρολούλουδο, άµα µε δει, θα λιγωθεί.

Κι είµαι του κήπου η χάρη, της αύρας η χαρά,
νεράιδα από δροσούλα κι από φτερά,

και µέσα στην αιώνια των όλων αλλαγή
µαζί και η κάµπια εγώ ειµαι κι εγώ ειµαι και η Ψυχή!

Χωρίς κανένα αγώνα, κανένα σκούσµα, ωιµέ!
πλέκεται κάποιο δράµα µες στην ψυχή µου εµέ.

Τα δυνατά σου χέρια για ζώνη µού περνάς˙
τ’ άζωστο ξάπλωµα είµαι µια νοτερής νυχτιάς.

Του δέντρου εγώ δεν είµαι του πράσινου ο κορµός,
είµαι του δόλου η γλίστρα, του πονηρού ο αχνός.

Τα δυνατά σου χέρια δεν είχα εγώ
ν’ απλώσω, να τα σφίξω, και να τ’ αρµατωθώ,

και µήτε να τα σπρώξω χέρια είχα, και να πω:
«Μακριά! τον τόπο που ήρθες τον τρώει θανατικό».

Και βολετό δεν ήταν αγνά να πει σ’ εσέ
µήδε το στόµα το 'Ο χ ι, µήδε η καρδιά το  Ν α ί .

Το στόµα µου τ’ ανοίγει του τραγουδιού η πνοή
προς την ωραίαν αλήθεια, προς την ωραία ζωή,

κι όντας µου λείψει η θεία του τραγουδιού πνοή,
της σιωπής η κρύα ταφόπετρα µε κλει.

Κι όντας δειλά στον κόσµο κι ανήµπορος βρεθώ
τολµώ µ’ εσένα, 'Απάτη˙ Ψέµα, µ’ εσέ µπορώ!

– Κι εσύ που δε φοβάσαι στο πέλαο της ζωής
τη λύσσα του κυµάτου και της ανεµικής,

καλοκυβερνηµένο, γερό καράβι εσύ,
προδότρες µπόρες είναι κι απάντεχοι πνιµοί !

Κι εσύ µεστή από πίστη και υγεία και χαρά,
κι ανίδεη και ωραία και απλή σαν τα παιδιά,

τα χρόνια µου τα πήρες για νιάτα, ω συφορά!
και το σπαρτάρισµά µου το πήρες για καρδιά.

Ωιµέ, φωτολουσµένο του γάµου δειλινό...
Παντρεύεται η παρθένα και παίρνει ένα στοιχειό.

Σου χάλασε τη νύχτα τον ύπνο το γλυκό
στην αγκαλιά του ονείρου σάλεµα ξαφνικό.

Και ξύπνησες και βλέπεις κάτι που αργά γλιστρά
στο πλάι σου, στο λευκό σου προσκέφαλο, εκεί δα!

Το γλιστερό, το κρύο, το µαύρο πράµα, ω νά!
και µιαν ανατριχίλα σε σφάζει στην καρδιά.

Το γλιστερό, το κρύο, το µαύρο σερπετό
στον ύπνο σου είχε γίνει χρυσόνειρο θεϊκό.

Σαλεύει˙ ξυπνάς, βλέπεις, πετιέσαι... Ποιός θα πει
ποιά βύθη από ποιά ύψη σε πήραν, ω Ψυχή;

Κ. Παλαμάς